Πέμπτη, 17 Ιουνίου, 2021
Αρχική Stories Βαρλίκι. Νόμος 4305/19742 -Ο ΕΝΦΙΑ που εξόντωσε τον Ελληνισμό της Τουρκίας

Βαρλίκι. Νόμος 4305/19742 -Ο ΕΝΦΙΑ που εξόντωσε τον Ελληνισμό της Τουρκίας

Ευθύμης Λεκάκης

Του Ευθύμη Λεκάκη*

Με την ονομασία Βαρλίκ Βεργκισί φέρονταν ένας εφάπαξ ειδικός φόρος κεφαλαίου που επιβλήθηκε στη Τουρκία στις 11/11/ 1942.
Συγκεκριμένα την εποχή εκείνη η τουρκική κυβέρνηση σε αναζήτηση αύξησης εσόδων των ταμείων σε πιθανή εμπλοκή της σε πολεμικές επιχειρήσεις εξέδωσε ειδικό νόμο εφάπαξ φορολόγησης παντός είδους ακινήτων, επιχειρήσεων, εργοστασίων και μεγαλοκαταθετών σε τράπεζες, μη μουσουλμάνων, που τις περισσότερες φορές έφθανε ακόμα και στη πραγματική αξία του ακινήτου ή της επιχείρησής τους.
(Σημειώνεται ότι παρόμοιο νόμο τόσης υψηλής φορολογίας ουδέποτε είχε εκδώσει η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Επίσης ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων αναγκάστηκε τότε να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και να έλθει στη κατεχόμενη από τη ναζιστική Γερμανία Ελλάδα. Οι ελληνικές κυβερνήσεις της εποχής αλλά και οι μετά την απελευθέρωση δεν προέβησαν σε καμία απολύτως διαμαρτυρία ούτε έγγραφη μα ούτε και προφορική «για τα μάτια του κόσμου» για τον διωγμό που είχαν υποστεί οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης τόσο προς την Τουρκική κυβέρνηση όσο και στους διεθνείς οργανισμούς.

Από το 1939 που άρχισε ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος μέχρι το 1945 η Τουρκία δε μπήκε σ’ αυτό τον πόλεμο. Μάλιστα, το 1941 υπέγραψε και Σύμφωνο Φιλίας με τη Ναζιστική Γερμανία!!! Όμως, για να μπορέσει να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη, αύξησε τις αμυντικές δαπάνες και εξαιτίας αυτού η οικονομία υποχώρησε. Την ώρα που στην Ευρώπη άρχισε ο πόλεμος, η τουρκική κυβέρνηση κάλεσε στα όπλα ένα εκατομμύριο νέους κάτι το οποίο προκάλεσε πτώση στην βιομηχανία, στις υπηρεσίες και στο σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας. Η ισορροπία προσφοράς και ζήτησης διαταράχτηκε και επιβλήθηκαν οικονομικοί περιορισμοί. Αυτό με τη σειρά του έφερε πλούτο σε πολλούς παραγωγούς και μεσάζοντες. Επίσης με την συμφωνία Kriling που υπογράφηκε με τη Γερμανία, μεγάλο μέρος του εξωτερικού εμπορίου της Τουρκίας συνδέθηκε με τη Γερμανία, κάτι που επηρέασε την πολιτική της Τουρκίας και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Λόγω αυτού του λόγου οι αντιφάσεις στην εσωτερική και εξωτερική της πολιτική κατά τα χρόνια του πολέμου, προκάλεσαν εξελίξεις που συνεχίζονται μέχρι τις μέρες μας. Ο νόμος αυτός που είχε έναν χαρακτήρα κατεξοχήν παρεμβατικό στην οικονομία, αύξανε τον κρατικό έλεγχο στην παραγωγή, στο εμπόριο, στις τιμές και την επιχειρηματική ζωή. Τα άρθρα του νόμου ήταν θετικά για τους πλούσιους, τους εργοδότες και τους κατόχους μεγάλων αγροτικών εκτάσεων, ενώ αρνητικά ήταν για τους εργάτες, τους χωρικούς, τους κατόχους μικρού αγροτικού κλήρου –που αποτελούσαν και την πλειοψηφία του τουρκικού λαού- και γενικότερα ήταν αρνητικά για τον λαό. Ως αποτέλεσμα αυτής της λάθους πολιτικής προέκυψε και η τάξη των «κερδοσκόπων πολέμου». Στα χέρια αυτών των μαυραγοριτών πέρασε σημαντικός αριθμός ακινήτων σε Κωνσταντινούπολη και Άγκυρα. Το 1942 στα πλαίσια της πολιτικής του κρατισμού βγήκε ο νόμος του Βαρλίκ Βεργκισί (Varlık vergisi), σαν επέμβαση στα φαινόμενα πλουσίων πολέμου που εμφανίστηκαν που ήταν αποτέλεσμα του προϋπάρχοντος «Νόμου Εθνικής Προστασίας».

Μειονοτικοί της Τουρκίας πουλούν την κινητή του περιουσία για να πληρώσουν το φόρο

Ο νόμος της υπέρμετρης αυτής οικονομικής επιβάρυνσης  εισήχθη στη τουρκική βουλή από τον τότε πρωθυπουργό Σουκρού Σαράτζογλου – που ηγούνταν μάλιστα του Δημοκρατικού Κόμματος – με την ονομασία Varlik Vergisi και ψηφίστηκε στις 11 Νοεμβρίου του 1942, τον οποίο νόμο και προσυπέγραψε ο τότε πρόεδρος της Τουρκίας Ισμέτ Ινονού.    Η προθεσμία καταβολής του ήταν μόλις 30 ημέρες. Τυχόν καθυστέρηση πληρωμής για τη μεν πρώτη εβδομάδα σήμαινε πρόστιμο 1%, για τη δεύτερη 2% κ.ο.κ. Μετά την παρέλευση του μήνα  ακολουθούσε κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας, σύλληψη και εκτόπιση σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας με ημερήσια «αμοιβή» 2 λιρών η οποία «συμψηφιζόταν» με την οφειλή του εκτοπισθέντος.

Οι φορολογικοί κατάλογοι δημοσιεύτηκαν από τις τουρκικές αρχές τις παραμονές των Χριστουγέννων του 1942. Ο πανικός απλώθηκε στην έντρομη μειονότητα που γέμισε όλες τις εφημερίδες με αγγελίες πώλησης ακινήτων Ελλήνων, Αρμενίων και Εβραίων. Σύμφωνα με όσα καταγράφει στο βιβλίο του ο έφορος της Κωνσταντινούπολης Faik Ökte, στο τέλος του 1942 αγοραστή έψαχναν απεγνωσμένα μέσα από εφημερίδες 8 εργοστάσια, 7 στοές σε κεντρικά σημεία, 80 πολυκατοικίες, 230 σπίτια, 97 μαγαζιά και 190 οικόπεδα!

Όπως ήταν φυσικό, οι τιμές κατρακύλησαν αμέσως με αποτέλεσμα να ξεπουλιούνται ολόκληρες περιουσίες για ένα κομμάτι ψωμί.

Όσοι δεν κατάφερναν να αποδώσουν τον φόρο αυτό μέσα στη ταχθείσα αυτή προθεσμία, συλλαμβάνονταν και στέλνονταν σε στρατόπεδα καταναγκαστικών έργων της επαρχίας Ερζερούμ στην ανατολική Ανατόλια και στο Ντιγιάρμπακιρ. Αντίθετα, ο αντίστοιχος φόρος που επιβλήθηκε στους Τούρκους την καταγωγή πολίτες έφτανε στο 5% των περιουσιακών τους στοιχείων και όσοι δεν μπόρεσαν να τον πληρώσουν καταδικάστηκαν σε πολύ ελαφρύτερες ποινές.

Ένας από αυτούς που εφάρμοσαν τον νόμο, ο Φαΐκ Οκτέ (Faik Ökte), είχε ζητήσει από το υπουργείο οικονομικών να γίνει ένας διαχωρισμός σε αυτούς που κερδοσκόπησαν κατά την διάρκεια του πολέμου. Στα έγγραφα οι μουσουλμάνοι σημειώνονταν με Μ, οι μη μουσουλμάνοι με GK, και οι ντονμέδες με NT. Oι λίστες από τις τρεις επιτροπές στην Κωνσταντινούπολη ανακοινώθηκαν στις 18/4/1942. Οι φόροι αφορούσαν 114.000 άτομα εκ των οποίων οι 3.877 αφορούσαν ξένους, δηλαδή μειονότητες. Στο διάστημα μεταξύ 27 Ιανουαρίου και 3 Ιουλίου 1943, 1.229 άτομα, όλα από τις μειονότητες στάλθηκαν για εργασία στο Ασκαλέ του νομού Ερζερούμ. Αλλά λόγω των αντιδράσεων από το εσωτερικό και το εξωτερικό σταμάτησε η εφαρμογή του νόμου και αποφασίστηκε να σβηστούν όλα τα χρέη του Βαρλίκ Βεργκισί που δεν είχαν πληρωθεί. Οι εξορισθέντες στις αρχές Δεκέμβρη του 1942 στο Ασκαλέ και στο Σιβριχισάρ, μετά από αιχμαλωσία 10 μήνες επέστρεψαν στα σπίτια τους.

15 Αυγούστου 1941 μειονοτικοί με τον παπά στα τάγματα εργασίας επειδή δεν πλήρωσαν το φόρο

Ο φόρος Βαρλίκ Βεργκισί λόγω του τρόπου καθορισμού των ποσών, (αφαίρεσης του δικαιώματος αντιρρήσεων) και λόγω της ωμής παραβίασης της γενικής φορολογικής αρχής, ήταν ένας απόλυτα παράνομος νόμος. Και καθώς «φορτώνονταν» πολύ περισσότερο σε βάρος των μειονοτήτων, είχε μια μεγάλη διάσταση διακρίσεων. Έτσι ως αποτέλεσμα οι πολυσυζητημένοι μέσα στην ιστορία της Δημοκρατίας αυτοί νόμοι, δηλαδή το Βαρλίκ Βεργκισί, ο Νόμος Εθνικής Προστασίας και ο νόμος φορολογίας προϊόντων εδάφους, προκάλεσαν την ψύχρανση μεγάλου τμήματος του λαού προς το Κεμαλικό κόμμα CHP και ήταν ένας από τους παράγοντες που δημιούργησαν το κόμμα DP. Επίσης, έφεραν οικονομικές, κοινωνιολογικές και πληθυσμιακές αλλαγές στην Τουρκία. Και ενώ σύμφωνα με τον Φαϊκ Οκτέ – που σύμφωνα με κάποιους ήταν ο επικεφαλής αυτών που συνέταξαν τον νόμο- το Βαρλίκ Βεργκισί ήταν «μια ντροπιαστική σελίδα στην οικονομική ιστορία της Τουρκίας», άλλοι υπερασπίστηκαν τον νόμο καθώς στοχοποιούσε αυτούς τους κερδοσκόπους που κέρδισαν εκατομμύρια στον πόλεμο, όπως και τις μειονότητες.

Από τον κυριολεκτικά εξοντωτικό αυτό νόμο επήλθε τεράστια καταστροφή κυρίως των Ελλήνων, των Εβραίων και των Αρμενίων της Κωνσταντινούπολης, εναντίον των οποίων ουσιαστικά και στρέφονταν, καθώς ειδικά για τις μειονότητες ο φόρος υπολογιζόταν από τις τοπικές αρχές αυθαίρετα, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο συντελεστή, αλλά κυριολεκτικά από ένα καπρίτσιο της στιγμής.

Τεράστιες περιουσίες χάθηκαν τότε ή και εγκαταλείφθηκαν, ενώ κάποια άτομα από τις μειονότητες που καταστράφηκαν, έφτασαν ακόμα και στην αυτοκτονία. Υπολογίστηκε ότι γύρω στους 2.000 εύποροι οικογενειάρχες οδηγήθηκαν στα καταναγκαστικά έργα, ένας αριθμός των οποίων πέθανε εκεί από τις κακουχίες.

Όμως η εφαρμογή αυτού του νόμου επέφερε παράλληλα μια τρομερή αύξηση της τιμής των αγαθών προκειμένου να μειωθούν οι όποιες απώλειες, με συνέπεια να βαρύνει ακόμα περισσότερο τις οικονομικά χαμηλότερες τάξεις.

Τελικά ο νόμος αυτός καταργήθηκε στις 15 Μαρτίου του 1944 λόγω διεθνών πιέσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο, αν και πλέον είχε επέλθει τεράστια οικονομική εξαθλίωση των θρησκευτικών μειονοτήτων.

Μετά την κατάργηση του νόμου, και την απελευθέρωση όσων είχαν οδηγηθεί στα καταναγκαστικά έργα, η κυβέρνηση της Τουρκίας υποσχέθηκε να τους αποδώσει πίσω και τις περιουσίες τους, αλλά στην πράξη δεν συνέβη ποτέ κάτι τέτοιο σε κανέναν.

Η μελέτη και η γνώση των ιστορικών γεγονότων που σημάδεψαν την σύγχρονη πορεία Ελλάδας και Τουρκίας, σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί κήρυγμα μίσους προς την απέναντι όχθη του Αιγαίου. Αντίθετα, ένα χέρι φιλίας μόνιμα απλωμένο, με ειλικρίνεια και αμοιβαίο σεβασμό, δίνει ελπίδα στις επόμενες γενιές να πετύχουν κάποτε αυτό που οι παλαιότερες δεν κατάφεραν.

*Ο Ευθύμης Λεκάκης είναι ιστορικός ερευνητής, νομικός και συγγραφέας

- Advertisement -
- Advertisement -

Επικαιρότητα

Newsroom