Δευτέρα, 26 Ιουλίου, 2021
- Advertisment -
Αρχική Stories Τελευταίο Κουρπμπαν Μπαϊραμ στην Κρήτη

Τελευταίο Κουρπμπαν Μπαϊραμ στην Κρήτη

Ευθύμης Λεκάκης

Του Ευθύμη Λεκάκη*

 

Τέτοια κάψα537σαν εκείνου του Ιούνη της χρονιάς του 1922, είχε να παρουσιαστεί για πολλά χρόνια. Ερχότανε καθημερινά ένας Αφρικάνικος αφόρητος λίβας. Από νωρίς το πρωί, ως αργά το απόγευμα, δε μπορούσες να σταθείς κάτω από τον ήλιο.

Ο ιδρώτας, σούρωνε538 στο κούτελο539, περνούσε στο μπέτη, κι από κει μέσα, προχωρούσε και έφτανε ίσαμε κοντά μέσα στο παντελόνι.

Σκέτη άπνοια. Φύλλο δεν κουνιότανε  στα δέντρα.

Με τους πεταμένους γκαζοντενεκέδες που έπαιρναν οι άνθρωποι από τη θάλασσα του Κουμ Καπί, κατάβρεχαν τα ντουβάρια των σπιτιών και τα κεραμίδια. Μα το κατάπινε η καλοκαιρινή λάβρα, πριχού καλά-καλά να φτάξει στη γης. Ουρές κάνανε μπροστά τους τσεσμέδες540 για να γεμίσουνε τις λαΐνες, τους γκαζοντενεκέδες και τα συγκλιά, μπας και δροσιστούνε λιγάκι.

Από την αρχή του μήνα, κάθε μέρα σχεδόν, το ίδιο «βιολί».

Δυο  μέρες μόνο είχαν απομείνει, ίσαμε το Κουρμπάν Μπαϊράμι, μια από τις δυό μεγαλύτερες γιορτές του Ισλάμ.

Όλοχρονίς του χρόνου, πρέπει να τιμάται η δύναμη του Θεού. Αλλά και οι «καλές μέρες», οι σκολάδες541, είναι πολύ σημαντικές στην κοινωνική ζωή των ανθρώπων.

Όλοι τον θυμούνται μοναχά όταν συναντούν κάθε λοής δυσκολίες. Μόνο όταν τον έχουνε ανάγκη, θυμούνται την ύπαρξή του: «Θε μου, βουήθηξέ μου». Τι να σου κάνει και αυτός, τότε;

Ο Αχμέτης ο Αφεντάκης, ο κύρης του Μπραΐμη, έλεγε μια μαντινάδα:

«Σα θέλεις κοπελάκι μου, πάντα να πηγαίνεις ίσια,

Θα έεις πάντα δίπλα σου, απ’ το Θεό βοήθεια.»

Έτσι και αυτές τις άγιες μέρες, πρέπει να τιμάται η δύναμή του, που να νομιμοποιείσαι τουλάχιστον ηθικά, να επικαλεστείς  και να ζητήσεις βοήθεια και προστασία.

Ο Μπραΐμης είχε κάνει ένα τάμα. Ένα «κουρμπάνι»542 στη χάρη του.

Κάθε χρόνο το παράγγελνε στον Χρήστο Αρχάκη. Ένα τίμιο και καλοκάγαθο νέο κασάπη, ο οποίος κληρονόμησε τη δουλειά στο 23 σοκάκι,543 λίγο πιο πέρα από το Αράπ Τζαμισί, προς το Σαντριβάνι, από τον αφέντη του τον κυρ-Δημήτρη, αφού αρρώστησε βαριά και πέθανε τον περαμένο χρόνο.

Δε σε περίπαιζε544 ποτέ. Ότι και να σου ’λεγε, ήτανε νόμος.

«Αύριο θα πάμε να σφάξουμε στο Μαδαρό. Την άλλη το πρωϊ, αφού σιτέψουνε, θα τα φέρουμε στη χώρα. Μαζί θα κουβαλήσουμε  και τα κουρμπάνια. Θα το ’χω βαστηγμένο και πέρασε να το πάρεις.»

Το μεθαύριο του Χρήστου, ήτανε «μεθαύριο». Όχι γιατί θα ’παιρνε παράδες, αλλά επειδή είχε μάθει στη ζωή του να είναι ντόμπρος545, όπως ο πατέρας του.

Κάθε χρόνο, τέτοια γιορτινή μέρα, όλο το σόι μαζευότανε στο σπίτι της μάνας του Μπραΐμη, της Σεβντά χανούμης, στα Ρούστικα, στα Ρεθεμνιώτικα.

Από την προηγούμενη το απόγευμα, η Φατμέ, με τη βοήθεια της Μαρίας της Καπετάνισσας, που εβάστα ακόμα νωπό το πένθος από τον ξαφνικό αποθαμό του αδερφού της, ετοίμαζε τα φαγητά που θα παίρνανε μαζί τους. Να δοκιμάζει τις γεύσεις των φαγητών, μια και λόγω της νηστείας, η Φατμέ δε μπορούσε, δεν επιτρεπόταν να το κάνει. Εκείνο τον καιρό, ο ένας γείτονας βοηθούσε τον άλλο.

«Το ’να χέρι νίβει τ’ άλλο» λέγανε.

Ο κόσμος, όμως, ζούσε μέσα σε μια αναταραχή.

Αναμπουμπούλα546 πολιτική και στρατιωτική επικρατούσε στα Ελληνοτουρκικά. Οι κοινωνικές σχέσεις, όμως, δεν είχαν ακόμα διαταραχτεί, παρ’ όλο που είχαν ήδη αρχίσει να καταφτάνουν μικρασιάτικες οικογένειες, από το φόβο των εξελίξεων.

Πολύ λογάριαζε τις φαρμακιάρες, τις γεροντοκόρες, τις ψεγαδιάστρες547 ξαδέρφες του Μπραΐμη, μα και την τεϊζέ548 του, που δε χώνευε τη Φατμέ, επειδή ο ανιψιός της, είχε απορρίψει και τα δυο προξενιά που του είχαν καμωμένα. Ένα μ’ εκείνη τη χωριατοπούλα, την Ανεζήνα,  τη θυγατέρα του Γιάννη, του γείτονά τους και τ’ άλλο με τη Μεϊρέμ Αριφάκη, τη θυγατέρα του Ναζίφη.

Όχι επειδή η πρώτη ήτανε χριστιανή, όχι σπάνιο αλλά όχι και πολύ συνηθισμένο φαινόμενο οι αλλόθρησκοι γάμοι, ούτε επειδή η δεύτερη είχε κάποιο κουσούρι549 αλλά επειδή εκείνος αγαπούσε τη Φατμέ.

Ο Μπραΐμης, είχε βγάλει εισιτήρια με το αμάξι της Εταιρείας Συγγελάκη, που βρισκόταν στην πλατεία της Αγοράς, δίπλα από το “Λόντον Μπάρ”. Έπρεπε να βρίσκονται εκεί από τις εφτά παρά κάτι το πρωί. Το αμάξι της γραμμής Χανιά-Ρέθυμνο,  αναχωρούσε ακριβώς εκείνη την ώρα. Στις εφτά το πρωί. Αποβραδίς,  πριχού καλά-καλά σηκωθούν από το τραπέζι, ο Μπραΐμης, βλέποντας τη χανούμη του μαζί με την κυρά Μαρία την Καπετάνισσα να ετοιμάζουν τόσα φαγητά, διαολιζότανε. Κάθε χρόνο, το ίδιο βιολί. Κουβαλούσε από τα Χανιά ίσαμε τα Ρεθεμνιώτικα ένα σωρό τσικάλια για να περιδρομιάσουνε οι νυφαδιές της μάνας του με τις ξαδέρφες του τις ατσιποδιάρες550, ενώ εκείνες που ζούσαν εκεί κοντά, δεν κρατούσαν ποτέ κάτι παραπάνω από ένα μικρό ταψάκι μπακλαβά, ή κανταΐφι, άντε καμιά φορά και σάμαλι, για κοροϊδία. Δε τον ενδιέφερε βέβαια, το Μπραΐμη τι και πόσα φαγητά θα κουβαλούσαν αλλά εκείνο που τον ενοχλούσε αφάνταστα ήταν ότι, παρ’ όλα αυτά,  έριχναν τη χολή τους που είχαν μέσα στα μαύρα σκόθια τους απάνω στη Φατμέ.

Τη μια το κοτόπουλο ήτανε σκληρό στο μάσημα και ήθελε περισσότερο βράσιμο, την άλλη το αρνί δεν είχε καλοσιτέψει. Δε δροικά551 που πήγαιναν με άδεια χέρια, όλο και κάτι έβρισκαν να πουν!!!

Η Φατμέ έκανε πως δεν καταλάβαινε. Δεν άξιζε να τους συνορίζεται. Αλλά ο Μπραΐμης τα ’χε με τη μάνα του.

– Άνε τσοι ξαναναμαζώξεις τσοι στιφιάρες, θα γιορτάζεις το Μπαϊράμι μετ’ αυτές. Εμείς δε θα ξανάρθουμε, της έλεγε κάθε χρόνο, μα εκείνη δεν είχε τη δύναμη να τις αποκλείσει από μια τόσο μεγάλη μάζωξη. Τη γιορτή του Κουρμπανιού, τη δεύτερη  μεγαλύτερη γιορτή του Ισλάμ.

Επειδή η Φατμέ ήτανε όμορφη και  μορφωμένη, επειδή είχε καλούς τρόπους, ντυνότανε με ωραία ρούχα, εκείνες ζηλεύανε. Και θα είχανε δίκιο, αν κοίταζαν πότε – πότε τη μούρη552 τους στον καθρέφτη. Η μια, πιο άσχημη από την άλλη.

Από το πρόσωπο και από τα μάτια, καταλαβαίνει κανένας το χαραχτήρα του άλλου.

Όταν βλέπεις μια γυναίκα να ‘ναι χαμηλοβλεπούσα και μπουρουδιαρέ553, να ’χει θολά και μικρά μάτια τότε, είσαι σίγουρος ότι δεν έχει και τον  καλύτερο χαρακτήρα!!!

«Δροικάτε πως μιλεί του πασά  η θυγατέρα. Σαν τσ’ Ευρωπαίες. Σα να ’ρθε ναι από τα Παρίσια.»

Κουτσομπόλευαν ειρωνικά πίσω από την πλάτη της, τονίζοντας το παχύ σ τόσο της λέξης πασά, όσο και της λέξης Παρίσια και κάνοντας σχέδια υποτιμητικές γκριμάτσες με τη μούρη τους.

«Ήθελα και να κάτεχα, πώς τσ’ αντέχανε οι άντρες των ε… χαρά στο κουράγιο τους» σκεπτόταν ο Μπραΐμης, μα δεν τολμούσε να το ξεστομίσει. Έλεγε όμως συχνά-πυκνά:

«Ο γδυμνολαίμης πετεινός, στο ματσιπέτι554 κράζει.

Τα γίβεντά555 του δε θωρεί, των αλλωνών φωνιάζει».

 

Από πολύ νωρίς τα χαράματα, μόλις ακούστηκε το «κικιρίκου» του  κούκλη της γειτονιάς, ο Μπραΐμης σηκώθηκε, ντύθηκε και πήρε το δρόμο για το κασαπηλιό του Χρήστου Αρχάκη, για να παραλάβει το ζωντανό κουρμπάνι που είχε καπαρώσει και περίμενε δεμένο έξω από το κασαπηλιό. Τραβώντας το σχοινί,  το ’σερε  μέσα από την Κολάτα, τα Μπιτζακτσίδικα556, το Ταχμίσι και το Τζετζάρ Κολού, έφτασε το σπίτι του, στο Κάτω Κουμ Καπί. Έσερνε το κουρμπάνι προς τα μπρος, τραβιόταν εκείνο προς τα πίσω, σα να καταλάβαινε πως πάει για «θυσία».

-Ανάθεμα το είναι σου για οζό, προπάθιε, έλεγε ο Μπραΐμης και τραβούσε το σχοινί. Όσο το ’σερνε, τόσο εκείνο εντάνιζε557 και βέλαζε δυνατά.

Κακός χρόνος να σου ’ρθει, όϊ ναι. Έλα μα λίγες θε να ’ναι οι ώρες σου… έρχεται κι εσένα το κολάϊ σου…

Συνέχιζε να βλαστημά το κουρμπάνι, σάμπως και μπορούσε να τον καταλάβει. Όταν έφτασε στο σπίτι, μάνα και γιος, ήταν έτοιμοι για το ταξίδι στα Ρούστικα. Ο ξάδερφός του, ο Ρεσίμης, με τη σούστα του, θα  περίμενε στη στροφή του Κάστελου για να τους αναβάσει στο χωριό. Ταμάμ558 τα ’χε κανονισμένα όλα η μάνα του, η Σεβντά χανούμη.

Το λεωφορείο, ένα από τα τρία  Φίατ της εταιρείας του  Ερρίκου Συγγελάκη που αγοράστηκαν από την Ιταλία, ξεκίνησε δίχως καθυστέρηση. Ξωπίσω, στη μικρή καρότσα που έσερνε, είχανε στοιβιαστεί μια δεκαπενταριά ζωντανά, που όλα τους θ’ ακλουθούσαν το δρόμο της θυσίας.

“Αβάντι” 559 είπε ο Ιταλός οδηγός και το λεωφορείο με την καρότσα να κατακτυπά ξωπίσω του, πήρε τον αμαξωτό δρόμο της Σούδας, πέρασε το Καλάμι, το Ιτζεδδίν κι έκανε την πρώτη στάση στις Καλύβες. Πέντε λεπτά μόνο. Ίσαμε να κατεβούνε οι Καλυβιανοί και να πάρει τους ξενομπάτες. Ύστερα πάλι μουγκρίζοντας, έφτασε στους Αρμένους και  σταμάτησε δίπλα από την πλατεία, μπροστά στην παλιά σκαλιστή μεγάλη εκκλησία του χωριού. Σειρά είχε το Νιό Χωριό και οι Βρύσες, το γιαουρτοχώρι τ’ Αποκόρωνα. Ο σταθμός βρισκόταν δίπλα στη γέφυρα του ποταμού Κοιλάρη, κάτω από τα μεγάλα πλατάνια. Σ’ αυτό το σημείο στάθμευαν όλα τα λεωφορεία που πήγαιναν στα   Ρεθεμιώτικα ή στα Σφακιά.

Ο ήλιος σημάδευε τα κούτελα  των επιβατών. Το κατάμεστο από κόσμο και κοφίνες  αυτοκίνητο της εταιρείας του Συγγελάκη, δεν είχε ούτε ένα κουρτινάκι στα παράθυρά του, έτσι για να κόβει λιγάκι την κάψα.

Στις Βρύσες κατέβηκαν τέσσερεις επιβάτες και ανέβηκαν μόνο δυο. Αλλά πάλι, το πρόβλημα δεν λύθηκε. Θα λυνόταν, μόνο αφού το Φίατ με το ακριβό εισιτήριο -ένα για κάθε επιβάτη και ένα ίδιας αξίας για κάθε ζωντανό-  θα έφτανε στο τέλος του προορισμού του.

Ευτυχώς, ο Μπραΐμης με τη φαμελιά του, θα κατέβαιναν λίγο μετά. Μερικά χιλιόμετρα παρακάτω.

Όμως, με τέτοια κάψα, υπήρχε μεγάλος κίνδυνος να χαλάσουν τα φαγητά. Δικαιολογημένα τότε, οι κατηγορίστρες, οι κομπλεξικές, θα εύρισκαν την αφορμή να μιλήσουν. ‘Ήταν το μόνο που προβλημάτιζε τη Φατμέ μετά την τελευταία στάση, στην τελική ευθεία, όταν πέρασε σαν σκέψη από το μυαλό της. Αγχώθηκε, μόνο μ’ αυτή τη σκέψη.

Όσες φορές και να είχε κάνει αυτή τη διαδρομή, τέτοιος Αφρικάνικος λίβας, δεν  είχε ξαναφυσήξει. Έβλεπε από το παράθυρο τους αγρότες, δίχως πουκάμισα, να καλλιεργούν τα χωράφια τους. Τα κορμιά τους ήτανε σκούρα. Σαν σοκολατένια έμοιαζαν.

-Φαντάσου δα, ήντα κάψα θα ’χει στην Αφρική.  Ο ήλιος θα καίει το κορμί των ε, γι’ αυτό πρέπει πως είναι  μαύροι, ξεστόμησε μεταξύ αστείου και σοβαρού, στο αυτί του Μπραΐμη. Γέλασαν και οι δυο. Σιγανά όμως, να μην τους πάρουν χαμπάρι οι άλλοι επιβάτες και να μην ξυπνήσει το παιδί.

Το Αχμετάκι είχε γύρει στο πλάι της μάνας του και είχε αφεθεί στη νάρκωση του ήλιου και του μουγκρητού της μηχανής, που έκανε το λεωφορείο να τρίζει ολάκερο.

Σε δρόμο όχι πάνω από ένα τέταρτο από τις Βρύσες, περάσανε τη γέφυρα του Κοιλάρη ποταμού και μπήκανε στη Γιωργιούπολη560. Δεν καθυστέρησαν καθόλου. Ένας μόνο επιβάτης κατέβηκε και άλλος ένας δίχως αποσκευές, ανέβηκε. Mε ένα να μόνο ντορβά561  στα χέρια, κι εκείνον  μισογεμάτο.

Αν εξαιρέσει κανένας τα κουτσομπολιά, ήταν χαρούμενοι που θα βρίσκονταν σ’ ένα άλλο περιβάλλον, στο χωριό μαζί με τη μάνα του, τη Σεβντά χανούμη, έστω, για τρεις μόνο μέρες.

Σε καθαρό αέρα, σε ησυχία, μακριά από το σαματά562 της πόλης, μακριά από τη μπόχα, τις κατσαρίδες και τους ποντικούς  που ζούσανε στην παραλία, ανάμεσα στα σκουπίδια και στα υπόγεια των παλιών σπιτιών των χανιώτικων μαχαλάδων.

Εκείνο, όμως, που είχε αναζητήσει πολύ, ήτανε  το τρέξιμο και το παίξιμο στα χωράφια, στο τέρμα του χωριού, μακρά από τα βλέμματα των γονιών τους.

Ήθελε να ’τανε λέει το μικρό Μπραϊμάκι, που κάθε καλοκαίρι, έτρεχε ανέμελο στα χωράφια και στα ρυάκια, για να ψάχνει τους καβρούς563, τις κουρκούτσες564, τους κατσοχοίρους565και τους τζιτζίκους. Να παρακολουθεί μη τυχόν τον βλέπει κανένας, για να “κλέβει” τα ώριμα σύκα και τ’ απίδια.  Πότε μόνος και  πότε παρέα  με τ’ άλλα  κουζουλοκόπελα  του χωριού.

Ο ξάδερφός του ο Ρεσίμης, θα τους περίμενε στην άκρη του δρόμου, εκεί που κάνει ένα χωμάτινο άνοιγμα, στη δεξιά μεριά, λίγο πρίν από τη στροφή για τα Ρούστικα.

Στα Χανιά, οι Μουσουλμάνοι, παλιότερα που ήταν πιο δύσκολη η μετάβαση στα χωριά, γιόρταζαν το Μπαϊράμι στην πλατεία της Σπλάντζιας, μπροστά από το Χιουνκιάρ Τζαμισί.

Σ’ ολόκληρο το χωριό, είχανε απομείνει μια εκατοεικοσαριά νοματαίοι, οι περισσότεροι γερόντοι.

Οι υπόλοιποι -όχι πως ήτανε δα και οι περίσσιοι- είχανε μετακομίσει στα Χανιά και στο Ρέθυμνο.

Στα Ρούστικα, όπως και σε όλα τα ορεινά χωριά, μετά το κίνημα του 1897, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι είχαν κατέβει μέσα στις πόλεις, για μεγαλύτερη ασφάλεια. Ειδικά μετά το κίνημα του Θερίσου το 1905, κάποιοι από φόβο, άλλοι πάλι για ασφάλεια,  συνέχισαν τη μετανάστευση προς τη Σμύρνη την Πόλη και τη Μπαρμπαριά, που τις θεωρούσαν  ασφαλείς περιοχές. Σ’ αυτές ιδιαίτερα τις πόλεις, ήταν δελεαστική για εγκατάσταση, μετά από τις φασαρίες και την εξέγερση των χριστιανών, που ουσιαστικό στόχο είχαν την προσωπική επικράτηση των ηγετικών στελεχών τους περισσότερο, παρά την ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Το ίδιο όμως εξακολούθησε ακόμα και μετά την ένωση, σε πολύ μικρότερο βαθμό βέβαια, ειδικά μετά την κατάληψή της Σμύρνης και της Ανατολικής Θράκης, πριν από δυο περίπου χρόνια  από τον Ελληνικό στρατό, οπότε και άλλοι Κρήτες μουσουλμάνοι, προτίμησαν την εγκατάστασή τους στην περιοχή της Μικρασίας, κοντά σε συγγενείς που είχαν ήδη εγκατασταθεί εκεί. Όλες οι ντόπιες εφημερίδες, έγραφαν τότε, για την «ολοκληρωτική επικράτηση των Ελληνικών στρατευμάτων και για πλήρη προστασία όλων των θρησκευτικών  μειονοτήτων της περιοχής»

Το λεωφορείο της Εταιρείας Πρέβε-Συγγελάκη-Πυρηνάκη, έφτασε στη διασταύρωση. Σταμάτησε απότομα και σήκωσε ντουμάνι566 τη σκόνη. Τα κουρμπάνια έπεσαν και καταπλάκωσαν το ένα το άλλο… Μόλις το Αχμετάκι αντιλήφτηκε  το Ρεσίμη να τους περιμένει λίγο παρέκει, φώναζε δυνατά:

Μπάρμπαααααααααα επαέ567 είμαστε και άπλωνε τα χέρια του προς το μέρος του θείου του.

Πλησίασε προς το μέρος τους, τους βοήθησε να μεταφέρουν στη σούστα του  το κοφίνι και το ζωντανό κουρμπάνι, που είχε πετάξει έξω την ολόστεγνη γλώσσα του. Όλοι μαζί, τράβηξαν την ανηφόρα, μέσα από τις φυστικιές και τις ροβυθιές του κάμπου των Δραμίων, πλάι από κατάφυτα περιβόλια και ελαιώνες στα πιο ψηλά,  πέρασαν μέσα από τα στενοσόκακα της Επισκοπής και προχώρησαν προς το χωριό τους.

Οι παπουτσοσυκιές στό αριστερό μέρος του δρόμου, έδωσαν το στίγμα πως ύστερα από μερικές εκατοντάδες μέτρα, πίσω από το καταπράσινο λοφάκι, θα έμπαιναν μέσα στο χωριό. Στη μικρή πλατεία, κολλητά με το σπίτι του βλεπέ568, εκείνο με την αυλή και τη μεγάλη κρεβατίνα,  ήτανε το πατρικό σπίτι της μάνας του Μπραΐμη.

Ο Ρεσίμης ήτανε ξάδερφος του Μπραΐμη, δυό χρόνια μικρότερος στην ηλικία. Κάποτε κάνανε πολύ παρέα οι δυό τους. Αχώριστοι θα ’λεγες.

Όμως, τρία χρόνια πριν, από τότε που το Αχμετάκι είπε με παράπονο στον πατέρα του ότι: «ο θείος Ρεσίμης αγαπά πλειά πολύ το Μαρίνο του κυρ Αντωνάκη, γιατί τον αγκαλιάζει, τον ε καθίζει στα πόδια του και τον ε φιλεί στο στόμα. Πρέπει πως επειδή κι αυτός είναι μεγάλος, για τούτο να τον εφίλιε». Δεν ανάφερε, βέβαια, οτιδήποτε σε κανένα, αλλά από τότε  και μετά δεν ήθελε πολλά νιτερέσα569 μ’ ελόγου του.

Τρεις μέρες ξεκούρασης. Τρεις μέρες αναμελιάς για όλους. Η Σεβντά χανούμη, πετούσε από τη χαρά της. Τα μάτια της έλαμπαν. Είχε κοντά της τα παιδιά της. Είχε το Αχμετάκι της.

Μετά το γάμο του Μπραΐμη με τη Φατμέ και την παραχώρηση του σπιτιού της στο νέο ζευγάρι, σπάνια, μόνο δυο τρεις φορές το χρόνο, κατέβαινε στη χώρα. Στο χωριό, είχε βρει τη βολή της.  Μια δεκαπενταριά όρθες, δυο πετεινούς, μια κατσίκα για το γάλα,  ένα μικρό μποστάνι στο πίσω μέρος του σπιτιού, κι ένας  μπαξές από μπροστά, ήτανε οι καθημερινές ασχολίες της Σεβντά χανούμης. Τα βράδια, άκουγε μουσική αλλά και τα καινούρια χαμπέρια570, όσα έλεγε το παλιό ραδιόφωνο που αγόρασε  από ένα ντουκιάνι του Ρεθέμνου, καρσί571 στον κομμένο μιναρέ. Παράλληλα έπλεκε κοπανέλι572 ή σεμεδάκια με το βελονάκι. Τα κολλάριζε με ζαχαρόνερο και τα φύλαγε για τη νύφη της, όταν συναντιόταν είτε στη χώρα, είτε στο χωριό, καλή ώρα σαν και τώρα, παρ’ όλο που δεν ήθελε να πει  το μωρό, αν βέβαια ήταν θυλικό, με το δικό της όνομα.

Η Σεβντά χανούμη, σαν ετέλειωνε το πρώτο λάδι στο λύχνο, παρατούσε το νοικοκεράτο της, έθετε την κεφαλή στο μαλακό πουπουλένιο μαξιλάρι, άφηνε το ταλαιπωρημένο κορμί της να το ξεκουράσει ο ύπνος, μέχρι την άλλη  τα χαράματα, που θα ξανάρχιζε μια καινούργια, το ίδιο ενδιαφέρουσα μέρα…

Τρεις μέρες ευχάριστες και για το Αχμετάκι που έβαλε στόχο να παχύνει το ζωντανό, μπουκώνοντάς το συνέχεια, για να βγάλει περισσότερο κρέας, στη μεθαυριανή θυσία. Το πότιζε, το στόλιζε. Κάθε πρωί έδενε λουλούδια στα κέρατα, περνούσε ένα τούλι στο κεφάλι του κουρμπανιού.

Έθιμο ήτανε, την προπαραμονή και την παραμονή της θυσίας, να ταΐζουν καλά το κουρμπάνι, να το στολίζουν με λουλούδια και με τούλια, σαν τη νύφη που τη φτιασιδώνουν για να την οδηγήσουν στο γαμπρό. Όλη την προετοιμασία, το Αχμετάκι, τη θεωρούσε παιχνίδι.

Έφταξε η τρίτη μέρα, μέρα της γιορτής. Ξύπνησαν νωρίς. Σχεδόν μόλις χάραξε η μέρα. Όχι πολύ αργότερα, άρχισαν να φτάνουν οι καλεσμένοι της Σεβντά χανούμης. Με άδεια χέρια, όπως το περίμενε ο Μπραΐμης κατάφτασαν οι κοιλιόδουλοι καβουροτσέπηδες573 καλεσμένοι.

Το μεγάλο μακρόστενο τραπέζι της αυλής,  ήτανε γεμάτο από γλυκά που κρατούσε ο Μπραΐμης από τη χώρα. Μετά τον πρωινό καφέ, ξεκίνησαν τις προετοιμασίες του φαγητού. Άναψαν τα ξύλα στη φωτιά και έβαλαν απάνω το μεγάλο καζάνι, αφού πρώτα το γέμισαν νερό. Στο κουτσούρι574, ο Μπραΐμης με τους άντρες, έσφαξαν το αρνί, κομμάτιασαν το κρέας με τον μπαλντά, το καθάρισαν καλά από τα αίματα και τα ‘ριξαν μέσα.

-Δεν πιστεύω να βρωμέσανε τα φαητά από τη ζέστα. Σιγοψυθίρισε η Φατμέ, στ’ αυτί του Μπραΐμη.

-Όι. Εστράφηκά575 τα πάλι σήμερα. Πράμα δεν έχουνε. Απάντησε  σιγανά εκείνος, για να μην το ακούσουν οι ξαδέρφες.

Ώσπου να ψηστεί το κουρμπάνι, κουβεντιάζανε για διάφορα ζητήματα. Περισσότερο όμως, θέλανε να μάθουνε για την πολιτική κατάσταση.

Τέτοιες συζητήσεις, δεν αφορούνε τα μικρά παιδιά.

Το Αχμετάκι πήγε μέσα, με τη γιαγιά του. Το ίδιο και το Αϊσιώ, η κόρη της Φιτνέτης και του Χουσεΐνη.

 

-Γιαγιά θα μου πεις ένα παραμυθάκι σαν και παλιά; Της είπε ναζιάρικα.

Η Σεβντά χανούμη, παράτησε τη δουλειά που έκανε και τον κάθισε στην ποδιά της.

Δίπλα τους, στο σκαμνάκι, κάθησε το Αϊσιώ παίρνοντας ύφος μεγάλης κυρίας, κατέβασε το κλαρωτό φουστανάκι κάτω από τα γόνατα, σταύρωσε τα χεράκια πάνω στην ποδίτσα της και περίμενε το παραμύθι της γιαγιάς

-Ακούσετε το λοιπό μιαν ιστορία που μου ’λεγε κι εμένα η γιαγιά μου, σαν ήμουνα σαν κι εσάς:

Μια φορά κι ένα ζαμάνι, Τούρκοι είχαν Ραμαζάνι

Κι οι Ρωμιοί Σαρακoστή και Εβραίοι Μπαϊράμι.

Κόκκινη κλωστή στριμμένη, στην ανέμη τυλιγμένη

Δως τσ’ ανέμης να γυρίσει, παραμύθι ν’ αρχινίσει.

Αρχή αρχή του παραμυθιού καλήν ημέρα στην αφεντιά σου

Και μια σκατούλα στην ποδιά να φας με τον Αγά σου.

Τα παιδιά, μόλις άκουσαν τη λέξη “σκατούλα”, έσκασαν από τα γέλια.

-Και τ’ άλλο. Πε μας, γιαγιά, και τ’ άλλο. Εκείνο με το παλικάρι…

Και η γιαγιά Σεβντά, αλλάζοντας στα πόδια της το Αχμετάκι με το Αϊσιώ, έκαμε το χατήρι του εγγονού της:

Μια γριά ασκημομούρα

Κατσουφιάρα και καμπούρα

Άντρα θέλει η καρδιά τζη

Τώρα στα γεράματά τζη

Θέλω τον και παλικάρι

Η πανούκλα να σε πάρει…

Άντε πάλι τα παιδιά να βάζουν τα γέλια, για  τη γριά που ήθελε να παντρευτεί ένα παλικάρι…

Στο μεταξύ, στο τραπέζι είχαν απομείνει μόνο οι μεγάλοι που υποτίθεται ότι καταλάβαιναν από αυτό που λέγεται  “πολιτική”.

Με τα τελευταία αιματηρά γεγονότα του 1897, το τζαμί της Σπλάντζιας είχε κλείσει και λειτουργούσε σαν μουσουλμανικό ορφανοτροφείο. Ξανάνοιξε πάλι το Μάρτη του1918, σαν Ορθόδοξη εκκλησία  του Άγιου Νικόλα.

Από τότε, όσοι μουσουλμάνοι παρέμεναν τέτοιες γιορτινές μέρες στην πόλη, κατέβαιναν στο Σαντριβάνι, στην πλατεία Μαυροβουνίων, για την καθιερωμένη λοταρία και τους χορούς. Περισσότερο Κρητικούς, αλλά και Ευρωπαϊκούς και Ανατολίτικους.

-Το ράδιο λέει πως ο Ελληνικός στρατός τα πάει καλά στη Μικρά Ασία. Στη χώρα ήντα λένε οι εφημερίδες; ρώτησε ο Ρεσίμης.

-Ο κάθα εις τα θωρεί με τα δικά του αμάθια576. Εγώ με τα δικά μου και συ με τα δικά σου. Μα δεν κατέω, πρέπει πως ο Μουσταφά Κεμάλης ετοιμάζει επιθέσεις. Ήντα θέλανε κι ευτοί να ντρακάτουνε577 να περάσουνε το Σαγκάριο; Του Μεγαλέξαντρου το δοβλέτι578 θέλουνε να κάμουνε; Ασε δα που επάψανε να τσ’ υποστηρίζουνε οι μεγάλοι. Οι Ρούσοι, από τότες που ο Βενιζέλος έκαμε τον πόλεμο στην Κριμαία για λογαριασμό των Γάλλων, μα και οι Ιταλοί. Λένε πως οι Γερμανοί τυπώνουνε σε τυπογραφεία στη Βηρυτό προκηρύξεις εναντίον των Ρωμιών και τσοι πετούνε τη νύχτα σε Τούρκικα χωριά. “Πάψετε να ’σαστε μπλειο δούλοι των Ρωμιών”, γράφουνε και τσοι ξεσηκώνουνε. Πάντως, μετά το δημοψήφισμα της 22 Νοέμβρη του 1920, όντε-ν εψηφίσανε και οι αποθαμένοι για να γαήρει ο Βασιλιάς, κάτι έλεγε μέσα μου ότι θα  ξαναστροφίξουνε τα πράματα για την Ελλάδα.

-Μήπως θα ‘ναι καλιά, μωρέ Μπραΐμη, να σκεφτούμε ναι στα σοβαρά να φύγουμε από παέ; Τόσοι και τόσοι φεύγουνε, ρώτησε  ο Χουσεΐνης.

-Λώμπις εκουζουλάθηκες που θα φύγω από τον τόπο μου…. Να πάω πού; του απάντησε ορθά-κοφτά.

Η ώρα περνούσε, μα όχι ευχάριστα. Παντού, οι συζητήσεις για το μέτωπο του Ελληνοτουρκικού πολέμου στη Μικρασία, ήταν πρώτο θέμα συζήτησης. Ο Βενιζέλος, με εντολή των «συμμάχων»,

είχε καταλάβει τη Σμύρνη από τις αρχές του Μάη του 1919. Είχε διορίσει Αρμοστή το γνωστό γραφειοκράτη, πρώην Νομάρχη Ηρακλείου και προσωπικό του φίλο, ξεροκέφαλο και πράκτορα, όπως κυκλοφορούσε, των Εγγλέζων Αριστείδη Στεργιάδη. Απορία το ’χανε όλοι, ποιός θα μπορούσε να συνεργαστεί μαζί του και τι είδους συνεργασία θα έκαναν ο δεσπότης Χρυσόστομος και η Δημογεροντία, με ένα δεξιό κομματόσκυλο, που το μόνο κοινό που τον συνέδεε με το Βενιζέλο, ήτανε η παλιά φιλία τους, σε προσωπικό μόνο και όχι σε πολιτικό επίπεδο. Για όλους όσους τον ήξεραν, ήταν η εντελώς λάθος επιλογή, όπως αποδείχτηκε άλλωστε, δυστυχώς, με τραγικές συνέπειες τις σφαγές από τους Τσέτες579 και τα Κεμαλικά στρατεύματα, και τον διωγμό των Χριστιανικών πληθυσμών της Εγγύς Ανατολής. Μόλις έφτασε ο Ελληνικός στρατός στη Σμύρνη, ξεκίνησαν οι διώξεις των πολιτικών αντιπάλων, τα στρατοδικεία, αλλά και το πιο σημαντικό, η επιστράτευση όλων των Ελλήνων Μικρασιατών που μόλις είχαν επιστρέψει από τα τάγματα εργασίας των Οθωμανών, τα «Αμελέ Ταμπουρού» που είχε οργανώσει ο πραγματικός κυβερνήτης της Τουρκίας, στρατηγός Φον Λίμαν Σάντερς, εξουθενωμένους και αποκαμωμένους, τους ξανάστειλαν μέσα στη φωλιά του λύκου. Στην πρώτη γραμμή του μετώπου!!!

Πόσο θα μπορούσαν να αντέξουν οι ταλαιπωρημένοι, νέοι επιστρατευμένοι, σε τέτοιες άγριες κλιματολογικές συνθήκες, στις στέπες της ανατολής; Ωστόσο δεν έφτανε η αναμπουμπούλα που καλλιεργούνταν από τις κατοχικές υπηρεσίες ανάμεσα στον κόσμο, αλλά και μέσα στις τάξεις των φαντάρων είχε διεισδύσει το σκουλήκι της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η λειτουργία έκτακτων και τακτικών στρατοδικείων στη Σμύρνη, η άρνηση υποταγής στις εντολές των ιμπεριαλιστών από μέρους των αριστερών του ΣΕΚΕ, η πληροφόρηση παρά τη ρητή απαγόρευση, για την μάχη της Μπάλτζοβα, στην οποία κατακρεουργήθηκαν από τους Τσέτες οι αριστεροί Ελλαδίτες φαντάροι οι οποίοι είχαν υπογράψει κείμενο: «εναντίον του ιμπεριαλιστικού πολέμου»580.

Μια παγωμάρα επικρατούσε, ύστερα από την πολιτική συζήτηση. Ο Μπραΐμης, σηκώθηκε ν’ αναγύρει581 το τσικάλι. Δοκίμασε το κρέας. Ήτανε ψημένο.

Δεν επήρε και πολύ. Σε δυο ώρες ετοιμάστηκε. Τα ‘βαλαν απάνω σ’ ένα ταβλά582, πιπερωμένο, αλατισμένο, έτοιμο για σερβίρισμα. Μέσα στο σουρωμένο ζουμί του, έριξαν το ρύζι για το πιλάφι.

Το κοκκινιστό με τις πατάτες, σιγόβραζε στο μεγάλο ταψί, μέσα στον ξυλόφουρνο. Που και που, η Σεβντά χανούμη τ’ ανάγερνε με την ξύλινη κουτάλα. Που και που, έριχνε μια ολιά νερό με το μαστραπά583, για να μην «αρπάξει».

-Αμέτε να φωνιάξετε του ιμάμη να βλοήσει το κουρμπάνι είπε επιτακτικά ο Μπραΐμης.

Ο Ρεσίμης επήγε, μα τον ιμάμη δε τον βρήκε. Το προηγούμενο βράδυ, δίχως να το μηνυτέψει σε κανένα,  είχε φύγει οικογενειακά, κι εκείνος, για την Τουρκία. Ο Σελήμ ο Μαργιάννης, ο βοηθός του, ασκούσε τώρα τα χρέη του ιμάμη.

Η ώρα ήτανε περασμένες τρεις. Ευτυχώς, που από πάνω τους ήτανε η κρεβατίνα. Τα φύλλα της έκαναν μεγάλη σκιάδα. Κι αν έπεφτε απάνω στα κεφάλια τους, που και φορά, καμιά ρόγα από τα σταφύλια της, δεν έτρεχε δα και τίποτα…

Απάνω από το μισό, μπήκε στον ταβλά, για να μοιραστεί στις φτωχές φαμελιές του χωριού. Και δεν ήτανε και λίγες. Εφτά ήτανε. Μα, εφτά φαμελιές φτωχών, σ΄ ένα χωριό με εκατό απάνω-κάτω νοματαίους, ήτανε μεγάλος αριθμός. Άναψαν τα ξύλα στη φωτιά και έβαλαν απάνω το μεγάλο καζάνι, αφού πρώτα το γέμισαν νερό.

-Μπραΐμη, εφτά είναι οι φτωχές φαμελιές στο χωριό. Πέντε μουσουλμάνικες και δυο χριστιανικές. Ο Ρεσίμης τσοι κατέει ούλους. Θα σου τσοι δείξει. Σ’ ούλους να πάτε. Ε κοπέλι μου;

-Εντάξει μάνα, είπε και συμπλήρωσε χαμογελώντας σιγανά για να μη τον ακούσουν: «παρά ήθελ’ α του ξεφύγει κιαείς;»

Και η Σεβντά χανούμη έβαλε στον ώμο του τη Σμύρνη τον ταβλά με το κρέας, για  να μοιραστεί στους φτωχούς του χωριού, κατά πως ήτανε το έθιμο αλλά και το τάξιμο που είχε καμωμένο ο Μπραΐμης.

Το Αχμετάκι, ήθελε να πάει μαζί τους. Κρατούσε τον πατέρα του από το μπατζάκι του παντελονιού. Ήτανε μεγάλη η χαρά του Μπραΐμη, όταν μοίραζε το κουρμπάνι. Ειδικά, όταν το πρόσφερε σε μη μουσουλμάνικες οικογένειες. Όταν έβλεπε ένα πλατύ χαμόγελο, και άκουγε ένα εγκάρδιο ευχαριστώ συνοδευόμενο μ’ ευχές:

«Ευχαριστώ πολύ παιδιά μου. Χρόνια πολλά και σ’ ελόγου σας. Και του χρόνου. Νάχετε την υγειά σας.»

Ευχαριστήρια κι ευχές, ήτανε τα λόγια όλων. Χαιρότανε, γιατί παρά την οικονομική στενότητα που αντιμετώπιζε, όπως και οι περισσότεροι Κρητικοί, κατόρθωνε κάθε χρόνο, στο Κουρμπάν Μπαϊράμι,  να προσφέρει στους συνανθρώπους του, τουλάχιστο ένα πιάτο φαΐ.

Δεν αντέδρασε στην επιθυμία του γιου του να τους ακολουθήσει. Παρ’ όλο που ήτανε μικρό, μόνο επτά χρονών, είχε μεγάλη αντίληψη για όσα συνέβαιναν δίπλα του.

Θέλησε λοιπόν κι εκείνος, όταν το παιδί του θα σκέπτεται το χωριό, να το συνδυάζει στο μυαλό του, όχι μόνο με τα παιχνίδια και τη γιαγιά του, αλλά και με την προσφορά σε φτωχές, σε ανήμπορες οικογένειες. Αργότερα, με το μεγάλωμα, θα κατανοούσε την έννοια της κοινωνικής συμμετοχής και προσφοράς.

Και ο ίδιος, από τη μια χαιρόταν για αυτή του τη χειρονομία, από την άλλη όμως στεναχωριόταν, να βλέπει πως ακόμα και στα χωριά, που υποτίθεται πως υπάρχει σχετική αυτάρκεια αγαθών, δεν υπήρχε η δυνατότητα να εξασφαλίζεται για όλους, ένα πιάτο φαγητό.

Τη Νεσιφέ και  τα πέντε μιτσιαλά584 της, τους παράτησε ο άντρας της για μια καλντεριμιτζού585 που τριγύριζε τα βράδια, στα σοκάκια της Φορτέτζας!

Ο άντρας τση Ζώγιας, σκοτώθηκε  σε μάχη του Κιλκίς, στο Μακεδονικό Μέτωπο. Ήτανε μόνο  είκοσι τριών χρονών!!

Συχνά σκεπτόταν να κατέβει στα Χανιά ή να πάει στο Ρέθυμνο μήπως μπορέσει να βρει καμιά δουλειά, ώστε να μπορέσει ν’ αναστήσει τις τρεις θυγατέρες της. Μα που να παρατήσει το σπιτικό της; Ποιος να τη βοηθήσει στην άγνωστη πόλη; Δεν είχε κανέναν. Η εδικολογιά του άντρα της, ήταν ανήμποροι κι εκείνοι. Άσε που μετά το χαμό του, οι περισσότεροι δεν τους υπολόγιζαν. Μετά από σκέψη, παράμενε στο χωριό και δούλευε σαν μαζώχτρα στα χωράφια.

Πικρό καφέ τις είχαν ποτίσει και τις δυo, οι εδικολογιές τους! Ας είναι…

Σήμερα, μα την αλήθεια, αντίθετα απ’ ότι περίμενε, ήτανε η πρώτη φορά που οι ξαδέρφες του Μπραΐμη, δεν κακολόγησαν τη Φατμέ, τουλάχιστον ανοιχτά. Έπαιζαν με το Αχμετάκι, το ρωτούσαν για τους φίλους του.

Εκείνο, στην αρχή δεν τις πλησίαζε. Αργότερα όμως, δεν ξεκολλούσε από δίπλα τους. Αυτό παραξένεψε το Μπραΐμη, αλλά έκανε πως δεν το κατάλαβε. Για να μη νομίσουν ότι οι γονείς του, του έχουν βάλει λόγια εναντίον τους! Ίσαμε να φάνε, ήπιανε στα μουλωχτά και λίγο κόκκινο κρασί, ο ήλιος άρχισε να πέφτει. Κόντευε να φτάξει στα Αποκορωνιώτικα βουνά. Η κάψα του μεσημεριού, είχε λιγάνει για τα καλά. Άρχισε να φυσά ένα ελαφρό δυτικό αεράκι.

Σε μια το πολύ ώρα, έπρεπε να φύγουνε. Τέλειωνε πια η επίσημη αργία των τριών ημερών.

Κατά τις εφτά, θα περνούσε από τη διασταύρωση, το λεωφορείο του Συγγελάκη, για τα Χανιά.  Αν το έχαναν, έπρεπε να περιμένουν το επόμενο, την άλλη μέρα, κατά τις δέκα το πρωί.

Ο Ρεσίμης είχε φέρει τη σούστα για την επιστροφή. Όταν ετοιμαζόταν να  χαιρετήσουν και να ανέβουν πάνω, ο Αχμέτης, άρχισε απότομα ένα γοερό κλάμα. Εκεί που καθότανε. Στην καρέκλα του. Κανένας δεν ήταν δίπλα του. Κανένας δεν τον πείραξε. Εντελώς ξαφνικά.

-Ήντα έπαθες μωρέ Αχμέτη; Πονείς ποθές586; Εβάρηκες587; ρωτούσε η μάνα του, μα εκείνος δεν απαντούσε και συνέχιζε να κλαίει.

-Να το πάμε στο γιατρό στο Ρέθεμνος. Στου Κωστή του Λαγουδάκη588 απού ’ναι και δικός μας άθρωπος.

 

Σαν  άκουσε το κοπέλι για γιατρό, σταμάτησε το κλάμα κι έπεσε στην αγκαλιά της μάνας του.

-Να πάρουμε και τη λάλη589 μου στο σπίτι μας, στη χώρα! 

Παρά τις παραινέσεις όλων, ο Αχμέτης δεν υποχωρούσε.

-Αν δεν έρθει και η λάλη μου μαζί μας, εγώ δεν πάω ποθές. Επαέ θα ν’ απομείνω.

Ανάλαβε να τον ηρεμήσει η Σεβντά χανούμη.

Με τα πολλά και ύστερα από υποσχέσεις, ο Αχμέτης, ανέβηκε στη σούστα του Ρεσίμη, για τη διαδρομή της επιστροφής μέχρι τον αμαξωτό δρόμο, στη στροφή της Γεωργιούπολης.

Ήτανε πια βέβαιος, πως η λάλη του, την επομένη, θα κατέβαινε  στα Χανιά και θα έμενε μαζί τους μπάρε μου590 για  μιαν εβδομάδα.

Ο Μπραΐμης φοβότανε ότι εξ’ αιτίας της καθυστέρησης από το ξαφνικό ξέσπασμα του Αχμέτη, μη τυχόν και  είχε περάσει το λεωφορείο για τα Χανιά.

– Κι αν είναι περασμένο, θα γαήρουμε591 οπίσω. Μα, άνε με ζυγώξει592 ο Παπαδάκης; Έλεγε και ξανάλεγε ο Μπραΐμης, ώσπου, ένα ντουμάνι από σκόνη, φάνηκε στη στροφή του αμαξωτού δρόμου, λίγο πιο πέρα, προς τις στροφές, εκεί που τελειώνει ο Αποκορωνιώτικος κάμπος, προς την Επισκοπή. Ήτανε το λεωφορείο, που είχε πατήσει τα γκάζια του για να καλύψει,  μάλλον, τη δική του  καθυστέρηση.  Την οικογένεια του Ιμπραήμ Αφεντάκη όμως, την είχε βολέψει αυτή η καθυστέρηση.

Το λεωφορείο ήτανε γεμάτο κόσμο. Δυο θέσεις, όλες κι όλες, κι αυτές σε ξεχωριστές μεριές, ήταν κενές.  Ο Ρεσίμης, με μια κίνηση, ανέβασε το κοφίνι τους, στον ουρανό τ’ αμαξιού.

Αμέσως μετά τη φόρτωση, ξεκίνησαν για την επιστροφή  στη βάση τους, στα Χανιά. Σαν επέρασαν το χωριό Βρύσες, άρχισε σιγά–σιγά να σκοτεινιάζει.

Ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από τα ψηλά βουνά της Δυτικής Κρήτης κι ένα αεράκι ευχάριστο έμπαινε από τ’ ανοιχτά παράθυρα. Από το χωριό Αρμένοι και μετά, το σκοτάδι είχε σκεπάσει  για τα καλά τον ορίζοντα. Το λεωφορείο πήγαινε μόνο με τα θαμπά κιτρινωπά φώτα του. Σε κάθε στροφή, ακουγόταν η κόρνα με τον παράξενο ήχο, σαν πρωτοχρονιάτικη καραμούζα, που βαρούσε ο σοφέρης.

Το επικίνδυνο τμήμα του δρόμου, ήτανε μετά τις Καλύβες και τις φυλακές του  Ιτζεδίν593, στον απότομο γκρεμό του κόλπου της Σούδας. Σε κάθε στροφή, το αίμα των επιβατών, πάγωνε. Σταματούσε κάθε συζήτηση. Σε  κάθε ισιάδα πάλι, οι επιβάτες ηρεμούσαν.

Κάποια στιγμή, ο σοφέρης594 είπε: «Όποιος είναι για τη Σούδα, να ετοιμάζεται.»

Μισής ώρας δρόμος ακόμα και το Ιταλικό λεωφορείο θα μπει στα Χανιά. Η υγρασία του κάμπου ήταν αισθητή. Η ατμόσφαιρα επίσης αποπνικτική. Ζέστη και τρομερή υγρασία από το ρέμα Τσικαλαριών – Τούζλας.

Ο Αχμέτης είχε αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της μάνας του.

Από τη μια τα απογευματινά κλάματα, από την άλλη η νύχτα και οι στροφές, τον είχαν νανουρίσει. Εδώ οι μεγάλοι είχαν κουραστεί… Δεν ήτανε εύκολο πράμα, να σηκωθείς από τα εφτά χαράματα, να ψωνίσεις το κρέας, να κάμεις τόση διαδρομή ίσαμε τα Ρεθεμνιώτικα χωριά και να γυρίσεις πάλι πίσω… Η κούραση πέρα από την σωματική, ήτανε και ψυχική.

-Ας είμαστε καλά του χρόνου, να πάμε και στα Φλώρια595, είπε η Φατμέ, σαν να μην ένοιωσε στάλα κούραση στο κορμί της.

Δε μίλησε ο Μπραΐμης. Προτίμησε να μην εξωτερικεύσει τις σκέψεις του για τα Φλώρια…

Παίρνοντας από τα χέρια της τον Αχμέτη ώστε να μπορέσει κατεβεί από το λεωφορείο, της είπε:

-Ασε δα να φτάξουμε του χρόνου, και τότες θωρούμε που θα πάμε.

Το Αχμετάκι θα έβλεπε στον ύπνο του τη λοταρία των Μουσουλμάνων, στην πλατεία των Μαυροβουνίων, στο Σαντριβάνι. Μόλις έφτασαν το παιδί ξύπνησε. Σιγά σιγά, με το κοφίνι  στο ένα χέρι και τον Αχμέτη στο άλλο, και με τη βοήθεια της Φατμέ, που κρατούσε το άλλο χερούλι του κοφινιού, κατηφόρıσαν αργά-αργά για τα σκοτεινιασμένα στενά της συνοικίας του Κουμ Καπί.

 

*Ο Ευθύμης Λεκάκης είναι ιστορικός ερευνητής, συγγραφέας και νομικός

 

537  μεγάλη ζέστη (Λατινική λέξη capsa).

538  έτρεχε (Ελληνικό ρήμα σειρώνω < μτγν. σειρῶ: τρέχει νερό).

539  μέτωπο (Αρχαία Ελληνική λέξη κότυλον).

540  βρύσες(Τουρκική λέξη çeşme: βρύση, κρήνη).

541  γιορτές, αργίες (Ελληνική λέξη σχολή).

542  σφαχτό (Τουρκική λέξη Κurban).

543 σημερινή οδός  Δωροθέου Επισκόπου, στα Χανιά.

544  κορόιδευε (Ελληνική λέξη προερχόμενη από την πρόθεση περί + το ρήμα παίζω: κοροϊδεύω)

545  ευθύς, σωστός, ευθύτητα (Σλαβική λέξη dobr: καλός, ειλικρινής).

 

546  σύγχυση, αναταραχή, αναστάτωση (Ενετική λέξη ala babula).

547  κατηγορίστρα, κουτσομπόλα (Ελληνική λέξη ψέγω: επικρίνω & κατηγορώ, ψεγάδι: ελάττωμα).

548  θεία από μάνα (Τουρκική λέξη teyze).

549  ελάττωμα, μειονέκτημα (Τουρκική λέξη Κusur).

550  γουρσούζες (Τουρκική λέξη uğursuz: ο φέρων κακοτυχία, ο γουρσούζης, ο δυσοίωνος  ).

551  δε φτάνει που…(Ελληνική λέξη γροικώ, Κρητική έκφραση).

552  πρόσωπο (Ενετική λέξη muro: πρόσωπο).

553  εκείνη που χολιάζει εύκολα (Τουρκική λέξη bοru).

554  πεζούλι (Τουρκική λέξη maçipet).

555  αίσχη (Τουρκικό ρήμα güvenmek/ Γαλλική λέξη gibet).

556  συνοικία στην οδό Σήφακα των Χανίων. (Τουρκική λέξη bicak είναι το μαχαίρι)

557 Τραβιώταν με δύναμη (Τουρκική λέξη danamak)

558 σωστά, εντάξει, στην κατάλληλη στιγμή (Τουρκική λέξη tamam < Αραβική λέξη تمام  tamām: εντελώς).

559  Εμπρός, ξεκίνα (παρακελευσματικό επιρρηματικό μόριο. Ιταλική λέξη avanti).

560  Αλμυρούπολη. Ονοματολογία λόγω αποβίβασης το1898 του πρίγκηπα Γεωργίου αντί για τη Σούδα.

561  σακκούλι, τσάντα υφαντή  χωρικού (Τουρκική λέξη dorva).

562  φασαρία (Τουρκική λέξη şamata).

563  κάβουρας (Λέξη προερχόμενη από το Αρχαίο πάγουρος < παγήναι+ουρά).

564  χελώνα (Ιταλική λέξη cucuzza).

565  σκαντζόχοιρος (Ελληνική λέξη ακανθόχοιρος).

566  καπνός (Τούρκικη λέξη duman).

567  εδώ (Αρχαίο Δωρικό πά με περισπωμένη: κάπου).

568  αγροφύλακας (Κρητική τοπική λέξη από το Ελληνικό βλέπω).

569  δοσοληψία, πάρε-δώσε, δούναι και λαβείν (Λατινική λέξη niteresso < interéso).

570  ειδήσεις (Τουρκική λέξη haber).

571  απέναντι, αντίκρυ (Τουρκική λέξη karşi).

572  είδος αριστουργηματικού τύπου χειροποίητου πλεκτού με λεπτή κλωστή πάνω σε μαξιλάρι.

573  τσιγκούνης (Ελληνικές λέξεις κάβουρας + τσέπη: ο έχων καβούρια στην τσέπη).

574  ξύλο κοπής (Eλληνική  λέξη κόψουρο: κορμός).

575  κοιτάζω (λέξη Κρητικής διαλέκτου. Εδώ αόριστος του ρ. στραφένω).

576  μάτια (Ελληνική λέξη μάτια).

577  ξεκινώ (Ιταλική λέξη attaccare: ξαφνική συνάντηση).

578  κράτος (Τουρκική λέξη devlet).

579  Τούρκοι άτακτοι αντάρτες. Έδρασαν κατά των χριστιανών στη Μικρά Ασία (Τούρκικη λέξη çete).

580  Εργατικός Αγών. Μήνυμα του Κεντρικού Συμβουλίου των κομμουνιστών στρατιωτών του μετόπου, 3-1- 1921.

581  ανακατεύω (Ελληνική λέξη από την πρόθεση ανά + ρήμα γέρνω).

582  ξύλινη σανίδα σε μέγεθος και σχήμα λαμαρίνας (Ελληνική λέξη τάβλα).

583  μεταλλικό συνήθως αλλά και πήλινο δοχείο για υγρά (Τουρκική λέξη maşrapa).

584  μικρός (λέξη Κρητικής διαλέκτου).

585  γυναίκα του δρόμου (Τουρκική λέξη kaldırım: λιθόστρωτο με ανώμαλη επιφάνεια).

586  πουθενά (Κρητική λέξη).

587  χτύπησες; (Κρητική λέξη συναντάται συνήθως σε μέλλοντα-θα βαρείς, αόριστος-εβάρηκα).

588  Λαγουδάκης Κώστας. Γιατρός και Βουλευτής από το Ρέθυμνο, καταγόμενος από το Μυλοπόταμο Ρεθύμνου.

589  γιαγιά (Συναντάται σαν λαλά στο Ρέθυμνο. Επειδή λαλούσαν πολύ ανατρέφοντας και διδάσκοντας τα παιδιά).

590  τουλάχιστον (Τουρκική λέξη bari: τελικά).

591  γυρίζω (Ελληνική λέξη εγείρω).

592  διώχνω, πλησιάζω (Αρχαία Ελληνική λέξη διώχνω/ζιώχνω/ζιγώχνω/ζιγώνω)

593  Φρούριο κτισμένο από τον Ρεούφ Πασά. Χρησιμοποιήθηκε σαν εγκληματική φυλακή.

594  οδηγός (Γαλλική λέξη chauffer).

595  χωριό της επαρχίας Σελίνου Χανίων με μουσουλμανικό  πληθυσμό.

- Advertisement -
- Advertisement -
- Advertisment -

Επικαιρότητα

Newsroom