Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου, 2022
ΑρχικήStoriesΣΜΥΡΝΑΙΙΚΑ ΑΝΤΕΤΙΑ (ΕΘΙΜΑ) ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

ΣΜΥΡΝΑΙΙΚΑ ΑΝΤΕΤΙΑ (ΕΘΙΜΑ) ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

(σε τοπική σμυρναίικη διάλεκτο)

Ευθύμης Λεκάκης

Του Ευθύμη Λεκάκη*

Ο σμυρνιός ηζούσε σ’ έναν ευτυχισμένο τόπο. Ήντουνε μπερεκετλής (πλούσια, με αφθονία (λόγιο) και πονόψυχος. Το ψυχικό που ήκανε δεν το ντελάλιζε, το ήκανε κρυφό.  Πολλοί το ‘χανε τάμα, παραμονή τω Χριστούγεννωνε, πρωί-πρωί, βάνανε σε φτωχές φαμίλιες όξω από την πόρτα ένα καλάθι με αλεύρι, ζάχαρη μακαρούνια, ρύζι, κριασί, σαμόλαδο για τσοι λουκουμάδες και ένα άλλο καλάθι γιομάτο κάρβουνα για το οτζάκι. Μα και οι εκκλησιές φρόντιζαν τσοι φτωχοί. Μοιράζαν παράδες που μάζευαν από τσοι πλούσιοι εμπόροι. Και οι μαγαζάτοροι ρούχα παπούτσια, καπέλα κ.α δίνανε για τσοι φτωχοί Σμυρνιοί.

Στα σπιτάλια (νοσοκομεία) οι μεγάλοι μαγαζάτοροι στέλνανε μπλακέτες (κουβέρτες), φανέλες κάρτσες για τσοι αρρώστοι. Οι τζελέπηδοι (χασαπέμποροι) ηστέλνανε σφαχτά ολάκερα. Οι μπακάληδοι ζυμαρικά, ρύζι, πατάτες, ζάχαρη. Οι φουρνάρηδοι γαλέρες (εκμέκια). Οι ταβερνιάρηδοι κριασί και ρακί.

Οι σαμολαδάδες δίνανε σαμόλαδο (σισαμέλαιο) και ούλοι βάνανε ένα χεράκι για το καλό.

Τσοι γετιμχανέδες (στα ορφανοτροφεία) στέλνανε παιχνίδια στοίβες και αράδα, λογιώ τω λογιώ. Κούτσες (κούκλες), κουτσάκια, παλιάτσους χρωματιστούς, αρκουδίτσες, μαϊμουδίτσες, αλογατάκια ξυλένια, μπισηκλέτες, βελεσπέτια (ποδήλατα), τόπια από καουτσούκ, μικρά και μεγάλα ντουμπανάκια, τσαμπούρνες, κουρδιστά τρενάκια, σβούρες ξυλένιες, γιά από σκληρή πάστα (πλαστικό), μπίλιες (βόλοι), Αγιοβασήλιδοι, άγγελοι και πολλώ λογιώ παιχνίδια για τα καπρίτσια των παιδιώνε.                                                             Οι νοικοκυράδες ηκάνανε σαραγλιά, αυγοκαλάμαρα (δίπλες) τα ήλεγαν έτσι γιατίς ηγεννούντανε με αυγά και σαν ηψηνούντανε ημιάζανε σα ψημένα καλαμαράκια θαλασσινά. Κάνανε ονόστημα φοινίκια (μελομακάρουνα) που είναι λέξη βυζαντινή γιατί το χρώμα τους και στο σκέδιο μοιάζουν με φοίνικες που τσοι λέμε κουρμάδες και είναι το μάννα του ουρανού (εδώ, στην Ελλάδα, τα λένε μελομακάρονα). Ηκάμανε και λουκουμάδες σοροπιαστούς με σαμολαδο και πασπαλισμένους με κοπανιστό καρύδι, ζάχαρη και κανέλα.

Απ’ ούλα αυτά τα σεκέρια (γλυκά) γιόμιζαν φαγιάτντζες ολάκερες να ‘χει να τρώει η φαμίλια, τα μουσαφιριά, οι γειτόνοι και οι περαστικοί ξενομερήτες.

Από τα παστιτσέρηκα (ζαχαροπλαστεία) ηγοράζανε τσοι ουγκάδες (νουγκάς).

– Από τα φρουτατζίτζικα και τα γεμιτζίτζικα, ήψουνίζανε καρύδια  ψιλόφλουδα Οντεμισιανά (από το Οδεμίσιο), αμύγδαλα αφράτα χιώτικα, φυστίκια αράπικα αλεξανδρινά, καρύδια (καρύδες) Μισιριώτικα (από την Αίγυπτο), κουντουρούδια, χιώτικα κάστανα, κρητικά βύσσινα.

– Από το Νυφιό ηπέρνανε σύκα ξερά μεγάλα και μαλακά σαν λουκούμι και άλλα φουρνιστά, παστελαριές με σουσάμι μέσα και σταφίδες μαύρες Κουραντή (κορινθιακές) και κουρμάδες ξανθές και κόκκινες το απαραίτητο φρούτο γιατίς είναι το Μάννα του ουρανού για το καλό.

– Από τα φρέσκα φρούτα, ηπαίρνανε πορτοκάλια κρητικά, μανταρίνια χιώτικα, μήλα απέ την Τραπεζούντα για (ή) βολιώτικα, ποπόνια (πεπόνια) χειμωνιάτικα. Απίδια αυγουστιάτικα, κυδώνια και τσαμπιά σταφύλια κληματαριάς μέσα σε άσπρες σακούλες, μα και ρόδια καντινάρια Μπουναρμπασιά (από το Μπουνάρμπασι), για να τα σπάσουνε την Πρωτοχρονιά στο έμπα του σπιτιού για το γούρι.

Τα μαγαζιά στο ταρσί (στην αγορά) φεγγοβολούσαν. Τα ράφια ήντουστε γεμάτα όπως και τα μαγαζιά από κόσμο που ψώνιζε ή έκανε την βόλτα του στη πλατεία.

Η Ευρωπαϊκή οδός σήμερα Anafartalar caddesi

Το πρωί της παραμονής, ο νοικοκύρης πήγαινε σε χωράφια ή  δρόμους να βρει το Χριστόξυλο. Ήτανε ένα λιόξυλο, γιά και ξύλο από πεύκο καλό ήτανε, που ήπρεπε να καίγεται στο οτζάκι ίσαμε να φτάξουν τα Φώτα. Έτσι, το λοιπόν, θα έπρεπε να διαλέξουν το πιο όμορφο, χοντρό και γερό ξύλο που θα μπορούσαν να βρουν. Όσοι έμεναν κοντά σε ορμάνια (δάση), δύσκολο δεν ήτανε τούτο. Όπως έλεγαν οι Σμυρνιοί «όσο καίεται το Χριστόξυλο, ζεσταίνεται ο Χριστός στη φάτνη του». Το ζύμωμα του Χριστόψωμου είναι γίνουτανε με τα καλύτερα υλικά όπως ροδόνερο, γαρίφαλα, μέλι, σουσάμι. Όντες το ζυμώνανε έλεγαν: «Ο Χριστός γεννιέται, το Φως ανεβαίνει στη γη και το προζύμι γίνεται». Τη μέρα τω Χριστούγεννωνε, ο νοικοκύρης ήπαιρνε το Χριστόψωμο, το σταύρωνε, το ήκοπτε και το μοίραζε σε όσους ήντοστε στο τραπέζι.

Ούλα τα πατροπαράδοτα αντέτια, ήπρεπε να γίνουν όπως τα βρήκανε από τσοι γονιοί τους.

Αυτά ήτανε αντέτια που τα κρατούσανε, ανάλογα, όλα τα σπιτικά της Σμύρνης, πλούσια και φτωχά. Οι νοικοκυρές δεχόντουστε τα βίζιτα στολισμένες με ούλα τα καλά τους για να τιμήσουνε τσοι αντράδες τως και να φανεί η αγάπη που τους έχουνε. Μπουάδες, μανσόν και παπούτσι λουστρίνι καϊκάκι να τρίζει ηφορούσαντε. Απαραίτητο όμως ήτανε και ο πεπουλένιος σχαπκάς (καπέλλο με φτερό). Κορδωμένες στα αστραφτερά «λαντώ»!            Μεγάλη τιμή για τη νοικοκυρά ήτανε τα βίζιτα (οι επισέπτες) να πάρουν απ’ ούλα τα καλούδια που είχε φτιάξει και να τα παινέψουνε. Το σμυρναιϊκο σπίτι ήτανε φιλόξενο και οι Σμυρνιές τόχανε καμάρι να ρετσιβάρουν τσοι μουσαφιραίους. Τα φαγιά τους ήτανε μιλημένα. Ο χριστουγεννιάτικος διάνος ήθελε ολόκληρη επιστήμη για να γίνει όπως πρέπει. Παραγεμισμένος με καβουρντισμένο κυγμά με ψιλό – ψιλό κρομμυδάκι, και ξεροψημένα κάστανα στη χόβολη του μαγκαλιού. Μπόλκο καρά μπιμπέρι (μαυροπίπερο) και κουκουναράκια. Ροδοκοκκινισμένος και γαρνιρισμένος με ολόκληρες πατετούλες, άνοιγε σ’ ούλους την όρεξη.

Τα κάλαντα

Τα κάλαντα ήλεγαν παιδιά φτωχά, 8 με 12 χρονών. Ήβγαιναν και τα ήλεγαν με τουμπελέκια (πήλινα τύμπανα), με τρίγωνα και με χάρτινα πλισεδένια φαναράκια, την παραμονή, μόλις βράδιαζε κι αυτό κρατούσε ίσαμε τσοι 10 η ώρα το βράδι.

 

Κάλαντα Σμύρνης (με τον παλιό τονισμό):

Καλὴν ἐσπέραν ἄρχοντες κι ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει.
Ἐν τῷ σπηλαίῳ τίκτεται, ἐν φάτνῃ τῶν ἀλόγων.

Κερὰ ψηλή, κερὰ λιγνή, κερὰ καμαροφρύδα.
Κερά μ᾿ ὅταν στολίζεσαι νὰ πᾶς στὴν ἐκκλησία.
Ἔχεις καὶ κόρην ἔμορφη ποὺ δὲν ἔχει ἱστορία.

Μῆδε στὴν πόλη βρίσκεσαι, μῆδε στὴν Καισαρεία.
Ἔχεις καὶ γιὸν στὰ γράμματα, ὑγιὸν εἰς τὸ ψαλτήρι.
Νὰ τὸν ῾ξιώσει καὶ ὁ Θεός, νὰ βάλει πετραχῆλι.

(Ήχος πλάγιος β´. Ρυθμὸς τετράσημος).

 

Με την ευκαιρία να σας πω ότι επειδή οι ορθόδοξοι είχανε το παλιό ημερολόγιο, οι Φραγκολεβαντίνοι τση Πούντας (καθολικοί) γιορτάζανε τα Χριστούγεννα 13 μέρες πιο μπροστά και οι φραγκοκλησιές ήστεναν τη φάτνη σε μία γωνιά με ούλα τα ξεσουάρια της, κι ούλα ήντοστε από αγαλματάκια.

Αυτή ήτουνε η ευλογία τση Σμύρνης. Κι απέ, του χρόνου πάλε με υγεία. Γεροί να είμαστε σε ούλο το ντουνιά και τον εδικό μας και των ξένωνε!

*Ο Ευθύμης Λεκάκης είναι νομικός, ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας

Επικαιρότητα

spot_img

Newsroom