Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου, 2022
spot_img
ΑρχικήStoriesΠώς ένας στρατιωτικός περίπατος κατέληξε σε τραγωδία

Πώς ένας στρατιωτικός περίπατος κατέληξε σε τραγωδία

Το σχέδιο κατάληψης της Κωνσταντινούπολης

Του Ευθύμη Λεκάκη*

Είδαμε σε προηγούμενο άρθρο μου τη συμφωνία από το Γενάρη του 1922 που επαναβεβαιώθηκε στις 5 Απρίλη του 1922, στην Αθήνα στη συνάντηση του Ύπατου Αρμοστή Σμύρνης Αριστείδη Στεργιάδη με τον εκπρόσωπο του κόμματος Φιλελευθέρων, βουλευτή Ιωαννίνων Μελλά, κατά την οποία δηλώνεται ότι οι σύμμαχοι είχαν ήδη αποφασίσει την αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από τη Μικρά Ασία (Αρχείο Ελ. Βενιζέλος, Μουσείο Μπενάκη).

Η αποτυχία του ελληνικού στρατού να συντρίψει στρατιωτικά τους Τούρκους στον Σαγγάριο κατά τις σφοδρές μάχες που έλαβαν χώρα στο διάστημα 23 Αυγούστου – 13 Σεπτεμβρίου 1921, κατέστησε σαφές ότι η Ελλάδα αδυνατούσε να επιβάλει με τα όπλα τη συνθήκη των Σεβρών με τα όπλα στο Μουσταφά Κεμάλ.

Χωρίς την υποταγή του Τούρκου ηγέτη, η ευνοϊκή για τα ελληνικά συμφέροντα, συνθήκη αποτελούσε κενό γράμμα.

Ο διοικητής της Στρατιάς της Μικράς Ασίας, Αναστάσιος Παπούλας υπέβαλε την παραίτηση του στις 12 Μάη του 1922, διαφωνώντας με την πολιτική της κυβέρνησης στη Μικρά Ασία και ιδιαίτερα με τον ανεκδιήγητο Αρμοστή της Σμύρνης, Αριστείδη Στεργιάδη. Αντικαταστάθηκε από τον Γεώργιο Χατζηανέστη, ο οποίος, αντιλαμβανόμενος τα μειονεκτήματα της πολύ εκτεταμένης διάταξης την οποία είχε η Στρατιά, προπαρασκεύασε τη σύμπτυξη του μετώπου σε μικρότερο μήκος.

Εν τω μεταξύ, ολοένα και δυνάμωναν οι φωνές μέσα στην ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία που υποστήριζαν τη λύση του μικρασιατικού αδιεξόδου δια της κατάληψης της Κωνσταντινούπολης από τον ελληνικό στρατό. Μέσα από αυτή την κίνηση – ματ, οι Έλληνες προσδοκούσαν να φέρουν το Μουσταφά Κεμάλ και τους «Συμμάχους» προ τετελεσμένων και να εξαναγκάσουν τον πρώτο σε συνθηκολόγηση και τους δεύτερους σε σιωπηρή αποδοχή των νέων δεδομένων και αναζήτηση ειρηνικής λύσης.

Το Μάη του 1922 και αφού η Τουρκία είχε απορρίψει την ανακωχή, η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε περιθώρια να ενεργήσει διαφορετικά από το να προχωρήσει στο ύστατο μέσο που διέθετε: Στην στρατιωτική κίνηση κατάληψης της Κωνσταντινούπολης.

Η σχεδιασθείσα κατάληψη ήταν δυνατή από στρατιωτική άποψη. Μ’ αυτή την πολεμική ενέργεια, η Ελλάδα απέβλεπε:

1ο  στο να στερήσει από τον Μουσταφά Κεμάλ την κυριότερη βάση ανεφοδιασμού του και να τον αναγκάσει να συμφωνήσει στην ανακωχή που μέχρι τότε απέρριπτε.

2ο  να τονώσει το πεσμένο ηθικό του ελληνικού στρατεύματος και του λαού.

3ο  να υποχρεώσει τους «συμμάχους» σε περίπτωση που θα εμπόδιζαν την κατάληψη, να επισπεύσουν την ειρηνική διευθέτηση του Μικρασιατικού ζητήματος και

4ο  να εξασφαλίσει τη Θράκη την οποία πάντοτε καιροφυλακτούσε η Βουλγαρία.

Από στρατιωτική άποψη κρίθηκε αναγκαίο να συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός δυνάμεων στην Τσατάλτζα. Η παρουσία του στρατού σ’ αυτή την περιοχή, θα ανησυχούσε τόσο τους δήθεν συμμάχους μας στην ΑΝΤΑΝΤ όσο και τους Τούρκους, μιας και ήταν κίνδυνος για την ασφάλεια της Κωνσταντινούπολης.

Γι’ αυτό το σχέδιο, ο Τσώρτσιλ ο οποίος το αποκάλεσε το ελληνικό σχέδιο «αριστοτεχνικόν εμπνευσθέν από την απελπισίαν», είχε πει: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Έλληνες ήταν σε θέση να το πραγματοποιήσουν  και μόνη η απειλή ότι θα το επιχειρήσουν κατετάραξε τους Τούρκους στην Άγκυρα»

Η απόφαση για το σχέδιο κατάληψης της Κωνσταντινούπολης πάρθηκε μετά από μακρά σύσκεψη επί του θωρηκτού «Αβέρωφ», στο Κερατσίνι, στην οποία συμμετείχαν ο Πρωθυπουργός Γούναρης, ο Υπουργός Στρατιωτικών Θεοτόκης και ο Αρχιστράτηγος Χατζανέστης.

Γι αυτό το σκοπό, άλλωστε, συγκροτήθηκε το Δ’ Σώμα Στρατού υπό τον υποστράτηγο Αρ. Βλαχόπουλο από Μεραρχίες της Θράκης και ενισχύθηκε από το Γ’ Σώμα Στρατού αφού αποσπάσθηκαν τα 55ο και 28ο Σύνταγματα Πεζικού, το Ι/39 Τάγμα Ευζώνων και η ΙΙΙ Μοίρα Ορειβατικού Πυροβολικού. Το Α’ Σώμα Στρατού απέστειλε το 56ο Σύνταγμα Πεζικού και το Β’ Σώμα Στρατού τα 62ο και 63ο Συντάγματα Πεζικού, το ΙΙΙ/40 Τάγμα Ευζώνων, μια Επιλαρχία, μια μοίρα πυροβόλων Skoda 150 mm και μια ανεξάρτητη πυροβολαρχία των 65 mm. Οι παραπάνω δυνάμεις συγκρότησαν την Α΄ Μεραρχία, που είχε έδρα  έδρα την Τυρολόη.

Στις 10 Ιούλη του 1922, υπό απόλυτη μυστικότητα –λες και οι δήθεν σύμμαχοι της Ελλάδας ήταν χαζοί να μη έχουν καταλάβει τι σχεδίαζε η χώρα που προετοίμαζε τις δυνάμεις της στη Θράκη- αποφασίζεται η Ελληνική προέλαση για την Κωνσταντινούπολη να ξεκινήσει στις 4 τα ξημερώματα της 16ης  του Ιούλη 1922. Ο Αρχιστράτηγος Γεώργιος Χατζηανέστης κατευθύνθηκε στη Ραιδεστό για να διευθύνει τις επιχειρήσεις από τον τόπο διεξαγωγής τους.

Στις 14 Ιούλη του 1922, ο υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Μπαλτατζής, επέδωσε στους υπουργούς Εξωτερικών των «συμμάχων χωρών διακοίνωση που έλεγε:

«Η Ελλάς ευρίσκεται εις την ανάγκην να αποβλέψη εις προσφορότερα μέτρα προς τερματισμόν της ενόπλου ρήξεψς».

Στη διακοίνωση που εκδόθηκε δεν αναφερόταν η λέξη Κωνσταντινούπολη, αλλά οι σύμμαχοι κατάλαβαν τι κρύβεται πίσω από την διπλωματική διατύπωση, μιας και οι Αρμοστές των που έδρευαν στην Κωνσταντινούπολη είδαν τις συγκεντρώσεις των μονάδων του Ελληνικού Στρατού στην περιοχή και είχαν ενημερώσει τις κυβερνήσεις τους.

Στις 15 Ιούλη του 1922 ο Βρετανός επιτετραμμένος στην Αθήνα προειδοποίησε ότι δεν θα επιτραπεί σε Ελληνικά στρατεύματα να προχωρήσουν στην ουδέτερη ζώνη. Έτσι, η κυβέρνηση, την ίδια μέρα, ύστερα από μαραθώνια σύσκεψη του Υπουργικού Συμβουλίου,  αναγκάστηκε να διατάξει τον Αρχιστράτηγο να αναστείλει την επιχείρηση μέχρι νεωτέρας διαταγής. Η «διαταγή αναστολής» διαβιβάστηκε στην ελληνική Αρμοστεία στην Κωνσταντινούπολη με τηλεγράφημα το οποίο στάλθηκε τα μεσάνυχτα της 15ης προς 16η του Ιούλη του 1922. Ο Έλληνας Αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη ο οποίος παρέμεινε στη θέση του μέχρι την είσοδο τβων Κεμαλικών στρατευμάτων στην Πόλη Χαράλαμπος Σιμόπουλος (1874-1942) απουσίαζε, βρέθηκε όμως ο αρμόδιος για τα κρυπτογραφήματα υπάλληλος ο οποίος το αποκρυπτογράφησε. Το έστειλε στον Ναύαρχο Ι. Ηπίτη που με τη σειρά του το διαβίβασε με αντιτορπιλικό στη Ραιδεστό όπου βρισκόταν ο Χατζανέστης. Μόλις διάβασε το περιεχόμενο του τηλεγραφήματος, ο Χατζανέστης, αντέδρασε. Διαμαρτυρήθηκε γιατί όπως είπε έπρεπε να έχει και την υπογραφή του αναπληρωτή του Αρμοστή ο οποίος απουσίαζε. Ωστόσο, διαβίβασε τηλεφωνικά την υπ’ αριθ. 42α διαταγή του με την οποία διέτασσε την αναστολή της καθορισμένης επίθεσης για προώθηση των Ελληνικών δυνάμεων προς την Κωνσταντινούπολη.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος, έστειλε τον Μητροπολίτη Μετρών στη Θράκη. Μετά την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη αυτός δήλωσε μεταξύ άλλων:                                                                                «Κάθε στρατιώτης μας όταν είδεν απόπτω (=ορατή από μακριά) με τα μάτια της ψυχής του τον τρούλον της Αγίας Σοφίας ετριπλασιάσθη, εδεκαπλασιάσθη εις ορμήν και αγίαν άλκην (=δύναμη, σφρίγος). Είναι αξιοθρήνητον ότι έθνη χριστιανικά θέλουν ν’ ανακόψουν τον δρόμο μας προς συμπλήρωσιν των πεπρωμένων του γένους».

Στις 16 του Ιούλη του 1922, ο Βρετανός Τσάρλς Χάρινγκτον επιθεώρησε τη γραμμή της Τσατάλτζας και διαπίστωσε με τα μάτια του ότι υπήρχε πολύ μεγάλη ελληνική δύναμη, έτοιμη για την επίθεση. Ο Βρετανός αυτός,  είπε στον Γάλλο Στρατηγό Σαρπί ότι θα έστελνε μία ταξιαρχία να υποστηρίξει τα γαλλικά στρατεύματα στο θρακικό μέτωπο ενάντια σε κάθε ελληνική απόπειρα κατάληψης της Κωνσταντινούπολης. Αυτό θα πει συμμαχία! Παράλληλα τον ενημέρωσε ότι υπολόγιζε στην υποστήριξη μιας γαλλικής ταξιαρχίας στην περίπτωση προέλασης των Κεμαλικών στρατευμάτων προς την ουδέτερη ζώνη από την πλευρά της Μικράς Ασίας.

Την ίδια μέρα επιδόθηκε από την Ελληνική κυβέρνηση νέα διακοίνωση στην οποία αναφερόταν:

«…μόνο η κατάληψις της Κωνσταντινουπόλεως, πρωτευούσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπό του Ελληνικού Στρατού, θέλει επιβάλει την συνομολόγησιν της Ειρήνης… Η Ελλάς ουδέν παρέλειψεν και ουδενός εφείσθη, δια να φανή αντάξια του απελευθερωτικού έργου… ελπίζει ότι αι Δυνάμεις θα προθυμοποιηθούν να μην θέσουν εμπόδια εις την πορείαν αυτής προς την ειρήνην που θα αποτελέσει την σωτηρίαν των χριστιανών…».

Η Τσατάλτζα

Εδώ θα πρέπει να θυμηθούμε και το ρόλο της «συμμάχου» Γαλλίας η οποία από τον Οκτώβρη του 1921 είχε υπογράψει συμφωνίες για επενδύσεις με το Μουσταφά Κεμάλ ενώ η άλλη «σύμμαχος»,  η Ιταλία υποστήριζε τον Κεμάλ από την αρχή της εκστρατείας και όχι μόνο διπλωματικά αλλά και με άφθονο πολεμικό υλικό, χρησιμοποιώντας τα λιμάνια της Αττάλειας και του Μπόντρουμ (Αλικαρνασσός)…

Στις 18 Ιούλη του 1922 ο Γάλλος πρέσβης στην Αθήνα, ενημέρωσε τον Έλληνα υπουργό των Εξωτερικών ότι:

«Οι κυβερνήσεις των Συμμάχων δεν θα επιτρέψουν την προέλασιν των Ελληνικών στρατευμάτων προς την Κωνσταντινούπολιν διαμέσου της ουδέτερης ζώνης. Δόθηκαν διαταγές στον Αρχηγό των Συμμαχικών Δυνάμεων Βρετανό Στρατηγό Τσαρλς Χάρινγκτον όπως αποκρούση δια της βίας πάσαν στρατιωτικήν κίνησιν κατά της υπό των στρατευμάτων αυτών κατεχομένης ζώνης».

Μάλιστα, ο Τσαρλς Χάρινγκτον βιάστηκε να πάει την ίδια μέρα στην Τσατάλτζα και προειδοποίησε τον Αρχιστράτηγο Χατζηανέστη να μη τολμήσει να κινηθεί.

Στις 21 Ιούλη του 1922 οι Σύμμαχοι κάνουν κατηγορηματική δήλωση εναντίον της σχεδιαζόμενης από την Ελλάδα επιχείρησης κατάληψης της Κωνσταντινούπολης, οπότε η Ελλάδα αναγκάστηκε να προβεί σε νέα διακοίνωση για να διαμαρτυρηθεί έντονα για την ανθελληνική απόφαση των «συμμάχων».

Μετά την οριστικοποίηση της αναστολής της Ελληνικής επιχείρησης, Συμμαχική επιτροπή με επικεφαλής τον Ιταλό Στρατηγό Μομπέλι και ελληνική υπό τον Στρατηγό Βλαχόπουλο, καθόρισαν τη ζώνη, βάθους έξι χιλιομέτρων στην οποία θα αποσύρονταν τα ελληνικά στρατεύματα για να μην έχουν επαφή με τα συμμαχικά.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε συνάντησή του με τον λόρδο Κόρζον στις 19 Σεπτέμβρη/2 Οκτώβρη 1922, «παρεπονέθη μετ’ αγανακτήσεως» για τη συμπεριφορά των Συμμάχων απέναντι στην Ελλάδα στην οποία απαγόρευσαν την προέλαση προς την Κωνσταντινούπολη. Ουσιαστικά δηλαδή ενέκρινε το ελληνικό σχέδιο. Και οι «σύμμαχοι»… έβαλαν τη γάτα τους –που ήταν και Αγκύρας με φουντωτή ουρά-, να κλαίει!

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι με την κίνηση αυτή των δήθεν συμμάχων της χώρας μας, η Ελλάδα αποστερήθηκε μιας διεθνούς πολιτικής και στρατιωτικής επιτυχίας.

Στο διπλωματικό τομέα οι διαπραγματευτικές δυνατότητες για ειρηνική επίλυση του Μικρασιατικού ζητήματος οπωσδήποτε θα αυξανόταν. Η υλική ενίσχυση της Ελλάδας θα ήταν σημαντική γιατί μετά την κατάληψή της θα εξοικονομούνταν αρκετές δυνάμεις για την ενίσχυση της Στρατιάς της Μικράς Ασίας κατά την επίθεση των Τούρκων εναντίον των Ελληνικών δυνάμεων, τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς (1922).

Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης δεν θα έσωζε την Ιωνία, μιας και όπως αναφέρθηκε στην αρχή, οι «σύμμαχοι» είχαν αποφασίσει ότι θα τη χάσουμε μάλιστα είχαν ενημερώσει και τις ηγεσίες των πολιτικών κομμάτων, άρα το εγχείρημα ήταν χαμένο στο διπλωματικό πεδίο, αλλά θα αποφεύγονταν η συμφορά με την πυρπόληση της Σμύρνης, οι σφαγές των χριστιανικών πληθυσμών, οι λεηλασίες και ο ξεριζωμός.

Θα παρέμενε στην Ελλάδα η Ανατολική Θράκη, στην οποία θα κατέφευγαν οι πρόσφυγες που θα ανταλλάσσονταν από την Ιωνία και τον Πόντο, επειδή, μια άλλη συνθήκη της Λωζάννης, ηπιότερη εκείνης του 1923 θα μας επιβαλλόταν από τους αγαπητούς συμμάχους και τέλος, η Τουρκία θα περιοριζόταν σε ένα καθαρά Ασιατικό κράτος!

Χανιά, Ιούλης 2022

*Ο Ευθύμης Λεκάκης είναι Νομικός – Ιστορικός Ερευνητής

Επικαιρότητα

spot_img

Newsroom