Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου, 2021
- Advertisment -spot_img
ΑρχικήStoriesΚωνσταντίνος Α΄: Ο τελευταίος Αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Κωνσταντίνος Α΄: Ο τελευταίος Αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Γράφει  ο Γιώργος Πιτσιτάκης, 
Δάσκαλος-Ιστορικός Ερευνητής

 

Στην Ιστορία καμιά ριζική μεταβολή δεν μπορεί να θεωρείται μόνιμη, αν δεν είναι ώριμες ιο συνθήκες. Μετά τον Διοκλητιανό, ο Κωνσταντίνος θα προχωρήσει στην αυτοκρα- τορία από ποσοτικές σε ποιοτικές μεταβολές, αλλάζοντας τη διοίκηση, τη θρησκεία, το στρατό, την πρωτεύουσα και όλα όσα αποτελούσαν το παλιό ρωμαϊκό μεγαλείο. Ο Κωνστα- ντίνος θα κάνει πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας την αρχαία Βιζύη που την ονόμασε Κων- σταντινούπολη –Νέα Ρώμη- που λόγω της γεωγραφικής της θέσης δε θ’ αργήσει να γίνει η πιο μεγάλη αγορά του καιρού της, η “χρυσή γέφυρα ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση”. Και “μαζί με την ανύψωση της Πόλης και την πτώση της Ρώμης, μπορούμε να πούμε ότι ήρθε και το τέλος της αρχαιότητας…”. Ως τα μέσα του 15ου αιώνα η πρόσβαση στην Ασία δεν υπήρχε παρά μόνο μέσω της Κωνσταντινούπολης, που εκτός από τη μεγάλη στρατηγική σημασία της, ήταν η πολυπληθέστερη και πλουσιότερη πόλη του κόσμου.

 

«Η Πόλις ήταν το σπαθί, η <πόλις το κοντάρι

          Η Πόλις ήταν το κλειδί της Ρωμανίας όλης…».

 

Η Ανατολική αυτοκρατορία εξακολούθησε την ανοδική της πορεία. Τα μεγάλα εμπορι- κά και βιοτεχνικά κέντρα, όπως η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια, η Θεσσαλονίκη είχανε πάνω από εκατό χιλιάδες κατοίκους. Κι ενώ ο πληθυσμός της Ανατολικής αυτοκρατορίας αποτελούσε ένα σωστό μωσαϊκό και η επίσημη γλώσσα ήταν η λατινική, στα μεγάλα αστικά κέντρα μιλιόνταν η κοινή (δημοτική) ελληνική. «Το Βυζάντιο δεν υπήρξε ποτέ κράτος ομοιογενές» γράφει ο Διομήδης, «με πληθυσμού εκ ποικίλων φυλών… αβεβαίας πολλάκις αφοσιώσεως, με ιδίας παραδόσεις και διάφορα γλωσσικά ιδιώματα».

Στο Βυζάντιο η πάλη για την κρατική εξουσία ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες υπήρξε πιο άγρια, μιας και στα χρονικά όρια της ύπαρξης του Βυζαντίου πραγματοποιήθηκε το πέρα- σμα από τον, σε αποσύνθεση, δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής, στη φεουδαρχία, που θα κυριαρχήσει από τον 9ον αιώνα μέχρι και την πτώση της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Η πορεία κατάρρευσης του αρχαίου δουλοκτητικού συστήματος, που είχε αρχίσει από τον 4ον αιώνα υπήρξε αργή και ανόμοια σε διάφορες χώρες. «Η αρχαιότητα ξεκινούσε από την πόλη και τη μικρή εδαφική της έκταση» λένε οι Μαρξ και Έγκελς, «ο μεσαίωνας αρχίζει από την ύπαιθρο». Την περίοδο της κατάρρευσης της δουλοκτησίας, πρώτα παρακμάζουν οι μικρές πόλεις-δήμοι, κι ακολουθούν οι μεσαίες και οι μεγάλες. Έτσι και το μεγάλο, οχυρωμένο διοικητικό κέντρο, η Κωνσταντινούπολη, θα δει τον πληθυσμό της να μειώνεται, σε σχέση με την εποχή του Ιουστινιανού και τα κτίσμστά της να ερειπώνονται. Από τον ένατο αιώνα αρχίζουν και πάλι να αναζωογονούνται οι φεουδαρχικές πόλεις, όπου η καινούργια αριστο- κρατία έχει περισσότερες δυνατότητες κοινωνικής ανάδειξης και δράσης.

Ωστόσο στις βυζαντινές πόλεις δε θα υπάρξουν προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν να αναπτυχθούν σε εμπορικές κοινότητες. Αντίθετα η βυζαντινή φεουδαρχική αριστοκρατία, στην προσπάθεια να ισχυροποιήσει τη θέση της, θα παραχωρήσει προνόμια στους εμπόρους των ιταλικών πόλεων που εισβάλουν στην Ανατολική Μεσόγειο, και θα γίνει ακούσιος συνεργός στη συρρίκνωση και κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Το δόγμα της τριαδικής υπόστασης της θεότητας διαμορφώθηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση του κοινωνικο- πολιτικού περίγυρου: Κράτος, Αυτοκράτορας, Επίσκοπος. Με το ουράνιο αντίστοιχο: Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Το δόγμα της ορθοδοξίας και η ελληνική γλώσσα η «κοινή» των ευαγγελίων, παρόλο που το ρωμαϊκό κράτος εξακολουθούσε να θεωρεί σαν επίσημη γλώσσα τη λατινική, θα αποτελέσουν τον ενωτικό κρίκο των λαών του Βυζαντίου.

 

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Α΄

Προτομή του Κωνσταντίνου Α΄.

Ο Κωνσταντίνος ήτανε γιος του Κωνστάντιου του Χλωρού, Αυγούστου της Δύσης με επικράτεια τη Γαλατεία, Ιγηρική και Βρετανία. Τον Κωνσταντίνο τον είχε παραχωρήσει από μικρό ο πατέρας του στο Διοκλητιανό και το γαμπρό του Γαλέριο, «ομηρείας λόγω» γράφει ο Φιλοστόργιος, αλλά και για να εκπαιδευτεί στα στρατιωτικά. Μετά την ενηλικίωσή του, σε μια θηριομαχία ο Κωνσταντίνος με… «θεϊκή παρέμβαση», νίκησε το άγριο λιοντάρι αλλά διαπι- στώνοντας την πρόθεση να τον σκοτώσουν, έκοψε τους τένοντες «ίππων και ημιόνων», και κατέφυγε στην Αυλή του πατέρα του στη Βρετανία.

Ο Κωνσταντίνος, κατά τον Ζώσιμο, ήταν νόθος γιος του Κωντάντιου από την παλλα- κίδα Ελένη, καρπός ενός γάμο, ο οποίος, όπως γράφει ο Ευτρόπιος: «Δεω του περιποιούσε τιμήν… αλλά πάρεργον ερωτικών επιθυμιών και εξ εκείνων τούτον δη συλλάβασθε τον Κων- σταντίνο». Η Ελένη ήταν οπωσδήποτε ταπεινής καταγωγής με πατέρα ξενοδόχο. Ο Αμβρό- σιος Μεδιολάνων την αποκαλεί «stabularia», γυναίκα δηλαδή η οποία εργαζόταν σε πανδο- χείο (χαρακτηρισμός μάλλον με αρνητική απόχρωση την εποχή εκείνη), ενώ ο Φιλοστόρ- γιος στην Εκκλησιαστική του Ιστορία την κατηγορεί ότι ήταν «κοινή γυναίκα», όχι πολύ δια- φορετική από τις πόρνες. Ο Κωνστάντιος θα νυμφευτεί την ανιψιά του Μαξιμιανού Θεοδώρα, αλλά θα εξακολουθεί να συζεί με τη Ελένη. Την οποία όπως γράφει ο Αμβρόσιος: «την περιμάζεψε από την κοπριά και την ανέβασε στον θρόνο» [1]. Φιλόδοξη και ραδιούργα η ελένη θα παραμερίσει τη Θεοδώρα και θα προωθήσει το γιο της στο θρόνο. Έτσι όταν το 306 μ.Χ. ο Κωνστάντιος Χλωρός θα πεθάνει η αυτοκρατορική φρουρά, αφού κατάσφαξε τα δυο νόμιμα παιδιά του, τον Γρατιανό και τον Μάρκο, εκλέγει τον Κωνσταντίνο αυτοκράτορα.

Ο Κωνσταντίνος νυμφεύεται την κόρη του Μαξιμιανού και αδελφή του Μαξέντιου Φαύ- στα και παντρεύει τν αδελφή του Κωνσταντία με τον άλλο αντίζηλό του στο θρόνο Λικίνιο. Στο ενεργητικό των στρατιωτικών ανδραγαθιών του Κωνσταντίνου καταγράφεται και η λεηλασία, το 310 μ.Χ. της Ισπανίας και η εξολόθρευση στις περιοχές του Ρήνου της γερμα- νικής φυλής των Βουκτέρων την οποίαν θα εξυμνήσει ο Βυζαντικός Θεοφάνης: «…Κων- σταντίνος νικητής ευσεβέστατος… νίκην ήρατο κραταιάν δια της του σταυρού δυνάμεως και τούτους ερημώσας εις εσχάτην αυτούς κατήγαγε δουλείαν». Και από την προσφώνηση που εκφωνήθηκε στην αυτοκρατορική έδρα στην Τρεβ: «… έκανες Κωνσταντίνε τέτοια σφαγή και καταστροφές που απ’ αυτόν το λαό δεν απόμεινε παρά μόνο το όνομα». Όσοι από τους αιχμαλώτους κρίθηκαν ακατάλληλοι για δούλοι, ρίχνονται στα θηρία.

 

Ο ΜΕΓΑΣ ΓΟΤΘΙΚΟΣ

Κεφαλή αγάλματος του Κωνσταντίνου.

Από το εγκώμιο του Κωνσταντίνου κατά τους θριαμβικούς γιορτασμούς, στο είκοσι χιλιάδων θέσεων αμφιθέατρο της Τρεβ: «… μεγαλείο στο θρίαμβό σου και σε εμάς η απόλαυση του θεάματός του κατασπαραγμού των πολυάριθμων αιχμαλώτων… κι αυτοί οι βάρβαροι και αχάριστοι, ενώ μπορούσαν να επιβραδύνουν το τέλος τους βιάζονταν να ξεψυχήσουν και προσφέρονταν στα θανάσιμα πλήγματα και στο θάνατο σε όλες του τις μορφές…». Μετά τη νικηφόρα εκστρατεία κατά των Φράγκων και Αλαμανών, μαζί με τους αιχμαλώτους, θα ρίξει στις πεινασμένες αρκούδες, και στους δυο αρχηγούς των, τον Αρσάρικους και Μερόγκεσους. Για τις νικηφόρες εκστρατείες του εναντίων των Γότθων, με πάνω από εκατό χιλιάδες νεκρούς, θα ονομαστεί και “Μέγας Γοτθικός”.

Ο Κωνσταντίνος θα αιχμαλωτίσει στη Μασσαλία τον πεθερό του Μαξιμιανό και θα τον στείλει στον δήμιο. Το 312 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος βαδίζει εναντίον του γυναικάδελφου του Μαξέντιου. Μετά τη γνωστή νικηφόρα μάχη στον Τίβερη, οι φάλαγγες του Κωνσταντίνου, με προπορευόμενο ένα στρατιώτη που κρατάει καρφωμένο στο κοντάρι το κεφάλι του πεθερού του, μπαίνουν στη Ρώμη. Ο Κωνσταντίνος μιλώντας αορίστως για το θεό αντλούσε πολιτικά οφέλη από τους οπαδούς και των δυο θρησκειών. Στη Γαλατία, πριν από τη μάχη, μετά το προσκήνυμα στο ναό του Απόλλωνα, ο “Θεός” θα του υποσχεθεί νίκη και μακροημέρευση. Πριν από την μάχη στον Τίβερη, και πάλι στο όνειρο, θα αποσπάσει από το “Θεό” του, την υπόσχεση για τη νίκη. Όσο αφορά το “όραμα” με το σταυρό, που επικαλείται ο Ευσέβιος, οι “ειδωλολάτρες” κατά τον πανηγυρικό που εκφωνήθηκε στην Τρεβ, θα αναφέρουν την εμφάνιση του Απόλλωνα αλλά και την αψίδα του θριάμβου στη Ρώμη θα χαραχτεί το όνομα του Διός. Το αμφίσημο “X” που είχε υιοθετήσει ο Κωνσταντίνος και θα το εκμεταλλευτούν και οι χριστιανοί, είναι Κελτικό θρησκευτικό σύμβολο και συμβολίζει τον ήλιο, καθότι ο Κων- σταντίνος παρέμεινε πάντα λάτρης του Ήλιου-Μιθρα.

Μετά τη νίκη του Κωνσταντίνου θα ακολουθήσουν η εξόντωση των νόμιμων κληρο- νόμων του στέμματος και οι πολύνεκροι εμφύλιοι πόλεμοι για την κατάκτηση της μονο- κρατορίας. Για τους πολέμους αυτούς ο Κέλτης Ναζάριους, υμνητής των θριάμβων του Κων- σταντίνου θα γράψει: «μέσα στη νύχτα… με τη θεϊκή συμπαράσταση τους αποτέλειωσες… και μόλις τερματίστηκε η σφαγή, ασθμαίνων, βρωμισμένος από αίματα εχθρικά ξανάρχισες βασιλιά την πολιορκία. Ω Ρώμη παντοδύναμη με πια ευγνωμοσύνη θα τον ανταμείψεις για τους όχθους του».

Η μεταστροφή του Κωνσταντίνου. Πίνακας του Ρούμπενς.

ΚΡΙΣΠΟΣ ΚΑΙ ΦΑΥΣΤΑ – Η ΕΛΕΝΗ ΚΑΙ Ο ΤΙΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ

Η τελική αναμέτρηση με τον Λικίνιο θα γίνει στην Χαλκηδόνα και θα καταλήξει στην ήττα (με πάνω από εκατόν δέκα χιλιάδε νεκρούς) και την αιχμαλωσία του Λικίνιου. Η αδελφή του Κωνσταντίνου σπεύδει στο στρατόπεδο να τον εκλιπαρήσει για τη ζωή του άντρα της. Ο Κωνσταντίνος παίρνει όρκο να μην τον σκοτώσει, τον εγκαθιστά στη Θεσσαλονίκη και, πατώντας τον όρκο του, τον θανατώνει σε λίγο. «Ο Κωνσταντίνος», γράφει ο Λιβάνιος «δολο- φόνησε τον Λικίνιο, έναν άντρα που αγωνίστηκε για την ευημερία των πόλεων…».

Ο Κωνσταντίνος είχε αποκτήσει από την πρώτη σύζυγό του τη Μινερβίνη, τον Κρίσπο, που διακρίθηκε στους πολέμους και ήταν αγαπητός στο στρατό. Αλλά και από τη δεύτερη σύ- ζυγό του Φαύστα, άλλους τρεις γιους. Ο Κωνσταντίνος, που έβλεπε τον Κρίσπο σαν επικίνδυ- νο για την εξουσία του, με την κατηγορία ότι είχε ερωτικό δεσμό με τη Φαύστα, τον έσφαξε με τα χέρια του και τη Φαύστα κατά προτροπή της Ελένης [2], τη ζεμάτισε ζωντανή στο λου- τρό της. Ο φόβος μιας κοινωνικής αναταραχής που προκάλεσε η φρίκη της παιδοκτονίας και της συζυγοκτονίας ανάγκασε τον Κωνσταντίνο να καταφύγει στα ιερατεία επιδιώκοντας άφεση αμαρτιών. Κατά τον Σωζόμενο, ζητώντας συμβουλές για τον εξαγνισμό του, ο Κων- σταντίνος κατέφυγε στο νεοπλατωνικό φιλόσοφο Σώπατρο, ο οποίος θα πει: «μηδένα καθα- ρμόν είναι των τοιούτων ανομημάτων». Το ίδιο και οι ειδωλολάτρες ιερείς θα του το αρ- νηθούν κατηγορηματικά: «Ου παραδέδοτε καθαρμού τρόπος δυσσεβήματα τηλικαύτα». Έξα- λλος ο Κωνσταντίνος διέταξε να εκτελέσουν τον Σώπατρο, με την κατηγορία ότι με τις μαγικές παρεμβάσεις του, σταμάτησε τους νοτιάδες και εμπόδισε τα σιτοκάραβα της Αιγύ- πτου να αρμενίσουν προς την πρωτεύουσα! Όμως οι χριστιανοί επίσκοποι προθυμοποι- ήθηκαν να του δώσουνε άφεση αμαρτιών αν βαπτιστεί: «… και βαπτίσματι υπέσχοντο πάσης αυτόν αμαρτίας καθαιρείν». Αλλά και η μετάβαση Αυγούστας Ελένης στους Αγίους τόπους και η εκθεμελίωση του ναού της Αφροδίτης που είχε κτιστεί πάνω στον Πανάγιο Τάφο, έγινε σαν πράξη εξαγνισμού. Σύμφωνα με τους νόμους των Ιουδαίων, όλοι ανεξαιρέτως οι σταυροί των εκτελεσμένων παραδίδονται στην πυρά. Όμως χάριν της Αγίας, οι Εβραίοι ραβίνοι με το αζημίωτο βέβαια, θα ανακαλύψουν και μάλιστα άθικτο, και θα της προσφέρουν τον Τίμιο Σταυρό. [3]

Άγαλμα του Κωνσταντίνου Α΄ στο Evoracum (Εβόρακον), νυν York (Υόρκη), όπου ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας.

ΤΟ «ΑΓΑΠΑΤΕ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΗΜΩΝ» ΚΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

Τους τρεις πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού οι πατέρες της εκκλησίας σύμφωνα με το «αγαπάτε τους εχθρούς ημών…» και την απάρνηση της Εβραϊκής και Ρωμαϊκής αρχής της ανταπόδοσης, είχαν κατηγορηματικά ταχθεί κατά των πολέμων και της στράτευσης. «Κι ενώ ο φόνος που διαπράττει το άτομο χαρακτηρίζεται έγκλημα» μας λέει ο Κυπριανός, «η ομαδική σφαγή θεωρείται πράξη αρετής». Τν ίδια αποστροφή για τον πόλεμο εκφράζει και ο Άγιος Βασίλειος της Καππαδοκίας. Οι χριστιανοί απέκρουαν τις αυτοκρατορικές αξιώσεις για στρα- τολογία και οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες συγκροτούσαν τις λεγεώνες με εθελοντές.

Επί της αυτοκρατορίας του Κωνσταντίνου, το χριστιανικό ιερατείο εξαγορασμένο από τη «γενναιοδωρία» του, συναγωνίζεται το «ιερόν παλάτιον» σε μεγαλοπρέπεια και χλιδή. Στο εξής στους «οίκους του θεού» κυριαρχούν ο χρυσός και ο άργυρος, τα ιερά άμφια είναι πανομοιότυπα σε πλούτο και πολυτέλεια των αυτοκρατορικών αμφιέσεων. Νομιμοποιώντας τη βία οι ιεράρχες γίνονται σύμμαχοι και εταίροι στη νομή της εξουσίας και όπως είναι φυσικό, η «υπέρμαχος στρατηγός» τίθεται επικεφαλής του στρατεύματος και σε κάθε εκατό στρατιώτες ένας ιερέας. Ωστόσο ο Κωνσταντίνος είναι εκείνος που αποφασίζει για την κάθε εκκλησιαστική δραστηριότητα των χριστιανών, ενώ συγχρόνως καταφεύγει και στα μαντεία και παραμένει πιστός και αρχιερέας της αρχαίας λατρείας. Και οι δυο θρησκείες δεν είναι παρά τα στηρίγματα της απολυταρχικής εξουσίας του αυτοκράτορα. Τώρα στις απεικονίσεις ακόμα και ο Χριστός, καθισμένος σαν αυτοκράτορας, έχει αποκτήσει κοσμική έκφραση της ένθρονης εξουσίας. Η Παναγία μεταμορφώθηκε σε βασίλισσα των ουρανών με την παλατιανή της ακολουθία και οι Απόστολοι δεν είναι πια οι ταπεινοί ψαράδες αλλά πρίγκηπες με μεγαλοπρεπείς αμφιέσεις.

Ο Κωνσταντίνος θα παρασύρει στην καινούργια πρωτεύουσα τους συγκλητικούς και τους μεγιστάνες του πλούτου και θα εξαναγκάσει τους φεουδάρχες της Μικρασίας να κτίσουν τα μέγαρά τους εκεί. Τα αρχαία έργα τέχνης ξηλώνονται από τους ναούς και μεταφέ- ρονται για να στολίσουν την καινούργια πρωτεύουσα και σε περιοχές όπου πλειοψηφούν χριστιανοί, ο στρατός μαζί με τους επισκόπους προβαίνει σε λεηλασίες και κατεδαφίσεις ναών. «Ο Κωνσταντίνος, γράφει ο Ευσέβιος, απογύμνωνε τους νεκρούς θεούς, μοίραζε πλούσια λεία στους στρατιώτες του Νικητή Θεού και εξαφάνιζε τους ιερούς ίσκιους που έκρυβαν είδωλα». Ο Λιβάνιος καταγγέλλει τον Κωνσταντίνο ότι: «λεηλατούσε τους ναούς και χάριζε τους θησαυρούς στους ευνοούμενούς του…» και κατά τον Ι. Μαλάλα: «τα ιερά και πάντας τους ναούς των Ελλήνων κατέστρεψε».

Ο Κωνσταντίνος Α’ (Flavius Valerius Aurelius Constantinus), απεβίωσε το 337 μ.Χ. Τόσο το έργο του όσο και ο ίδιος έτυχαν μιας σπάνιας εκτίμησης από πολλές πλευρές. Η Ρωμαϊκή Σύγκλητος, όπως αναφέρει ο ιστορικός Ευτρόπιος, θεοποίησε τον Κωνσταντίνο. Η ιστορία τον ονόμασε Μέγα και η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και ισαπόστολο.

Η αψίδα του Μεγάλου Κωνσταντίνου στη Ρώμη.

Σημειώσεις                   

[1] Τη φράση αυτή την επανέλαβε ο επίσκοπος Αντιοχείας Ευστάθιος το 326 μ.Χ. κατά την επίσκεψη της Ελένης στους Αγίους Τόπους, κάτι που θα του στοιχίσει την οργή του Κωνσταντίνου και την ισόβια εξορία.

[2] Η Φαύστα ήταν αδελφή της Θεοδώρας που είχε αντικαταστήσει την Ελένη στην κλίνη του πατέρα του Κωνσταντίνου. Η Ελένη ένα χρόνο μετά τη θανάτωση της Φαύστας ανακηρύσσεται Αυγούστα!

[3] Το 440 μ.Χ., 114 χρόνια μετά την επίσκεψη της Ελένης στην Ιερουσαλήμ προαναφέρεται στην χριστιανική γραμματεία η ιστορία της «ανευρέσεως του Τιμίου Σταυρού».

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  • Γιαννόπουλος Α. Παναγιώτης, τακτικός Καθηγητής Πανεπιστημίου Λουβέν (Βέλγιο), Η Κωνσταντίνεια μεταρρύθμιση, Ιστορικά, εφημ. Ελευθεροτυπία, Ιανουάριος 2010.
  • Λουγγής Τηλέμαχος, διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Η κρίση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και ο Κωνσταντίνος, Ιστορικά, εφημ. Ελευθεροτυπία, Ιανουάριος 2010.
  • Σαββίδης Αλέξιος, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Η εύθραυστη διπλωματία, Ιστορικά, εφημ. Ελευθεροτυπία, Ιανουάριος 2010.
  • Φαρσακίδης Γιώργος, αντιστασιακός, εικαστικός, λογοτέχνης, Ιαματικά ψεύδη και «βέβηλες» προσεγγίσεις, Ματιές στην Ιστορία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, έτος

- Advertisement -
- Advertisment -spot_img

Επικαιρότητα

spot_img

Newsroom