Τρίτη, 27 Ιουλίου, 2021
- Advertisment -
Αρχική Απόψεις Ιούλιος 1921: Η απόφαση για την Άγκυρα - Η αρχή του τέλους

Ιούλιος 1921: Η απόφαση για την Άγκυρα – Η αρχή του τέλους

Του Γιώργου Μάνου*
Ιούλιος 1921
Εσκί Σεχίρ-Κουτάχεια-Αφιόν Καραχισάρ
Η απόφαση για την Άγκυρα
Η αρχή του τέλους
«Απ’ τις εκλογές (1.11.1920), που λέτε, μεμιάς ούλα άλλαξαν. Πρώτα, μας άλλαξαν τα δίκοχα, για να μη θυμίζουνε το Βενιζέλο, και μας έδωκαν πηλήκια του παλιού καιρού. Συνάμα, άλλαξαν και τους αξιωματικούς. Στην αρχή τους μεγάλους κι ύστερις ούλους τους Βενιζελικούς. Ήφεραν καινούργιους απ’ την Αθήνα, απ’ τα γραφεία. Οι πιο πολλοί από πόλεμο κι από όπλα δεν είχανε ιδέα. Ο ένας ρώταγε «πόσες διμοιρίες έχει ο λόχος», ο άλλος «τι είναι αυτά τα μαραφέτια που έχει μέσα η κάσα»! Όχι ότι ήτανε κακοί ανθρώποι. Ανίδεοι ήτανε. Οι φαντάροι ήμασταν πολύ μουδιασμένοι. Άμα, μες στον πόλεμο, δε βασίζεσαι στους αξιωματικούς σου, σε πιάνει φόβος. Και στρατός φοβισμένος δε νικάει».
«Να γιατί έχασαμε! Ό,τι τραβούμε, μπρε παιδιά, απ’ το κεφάλι μας το τραβούμε», είπε ο παπάς.
«Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του ’20, μας σηκώνουνε, φορτώνουμε τα μουλάρια και παίρνουμε δρόμο. Ως το βράδυ πορπατούσαμε μες στο νερόχιονο. Τα μεσάνυχτα, μας είπανε να κουρντίσουμε τ’ αντίσκηνα και να καταυλιστούμε. Την άλλην ημέρα, πρωί πρωί, πάλε δρόμο. Συνάμα, το νερόχιονο γύρισε σε χιόνι, που όσο πάαινε χόντραινε. Οι τούφες τόσο χοντρές, που άκουγες και το «παφ», «παφ», την ώρα που έπεφταν στη γης. Σε λίγο σκεπάστηκαν ούλα. Για σιγουριά, πάαινε ένας ομπρός, πάταε το χιόνι κι ούλοι οι άλλοι πορπάταγαν απάνω στις πατησιές του. Έτσι, δε φαίνουνταν και πόσος στρατός πέρασε αποκεί. Πορπατούσαμε τρεις ημέρες. Προπαραμονή του Χριστού, κούρντισαμε τ’ αντίσκηνα σ’ ένα ξέφωτο. Το βράδυ, ο καιρός άνοιξε, το χιόνι σταμάτησε, αμμά σηκώθηκε ένας παγωμένος αγέρας, που μας ξεπάτωσε τα αντίσκηνα και, όπως ήτανε βρεμένα, τα κοκάλωσε. Το πρωί δεν μπορούσαμε να τα μαζώξουμε και να τα διπλώσουμε. Εκείνην την ημέρα, παρόλη την κούραση και την ταλαιπώρια, ένας λοχίας που ήξευρε μουσικά, μάζωξε καμιά δεκαριά φαντάρους και μας είπανε τα κάλαντα».
«Ο νιος είναι νιος. Δε χαμπαρίζει από κούραση!» είπε η Φωτεινή.
«Έτσι, οι μέρες διάβαιναν, με οχτρό τα χιόνια και το κρύο. Στις 16 του Φλεβάρη (1921) το βράδυ, έκαμαμε έφοδο σ’ ένα τουρκοχώρι, που ήτανε σφηγκοφωλιά. Από μέρες, ήξευραμε πως μες στο τζαμί κρύβουνταν τσέτες. Τους έπιασαμε ολουνούς στον ύπνο, εξόν από ένανα, που ήτανε όξω. Αυτός πρόφταξε και μας έριξε. Μια τουφεκιά έπεσε ούλη κι ούλη, κι αυτή βρήκε εμένα στο δεξί ποδάρι. Μ’ έστειλαν στο νοσοκομείο της Σμύρνης. Εκεί, εξόν απ’ τις νοσοκόμες, ήρχουνταν και μας έβλεπαν και κοπέλες Σμυρνιές. Μας ήφερναν γλυκά, έπλυναν τα ρούχα μας, μας έδιναν ακόμα και παράδες. Σ’ έκαμναν να νιώθεις ότι έχεις ένα δικόνα σ’ άνθρεπο. Στην αρχή παραξενεύτηκα. Ύστερις έμαθα πως πολλές Σμυρνιές κοπέλες, εγγράμματες, έκαμαν ένα σύλλογο, που τόνε βάφτισαν «Αδελφή Στρατιώτου». Έγραφταν στους στρατιώτες μας γράμματα, τους έστελναν δέματα και τους έδιναν κουράγιο. Εκεί, στο νοσοκομείο, ήτανε τραυματίας κι ένας λοχαγός απ’ το Στρατηγείο της Σμύρνης, Ανδρεάδης Γεώργιος. Ένα βράδυ, όπως πάαινε στο σταθμό της Σμύρνης να φορτώσει πολεμοφόδια, μια σφαίρα τόνε βρήκε στο χέρι. Τον έστησαν καρτέρι οι τσέτες.
«Τσέτες μέσα στη Σμύρνη;» ρώτηξε με απορία ο παπάς.
«Α, αυτοί, πάτερ, ήτανε παντού! Ξεφύτρωναν αποκεί που δεν τους καρτερούσες. Αυτός, που λέτε, ο λοχαγός ήτανε ένα παλικάρι με ψυχή. Ολημερίς ύβριζε και τα ’βαζε με την ατυχία του, που ήτανε σφαλισμένος στο νοσοκομείο, την ώρα που όξω γένουνταν πόλεμος. Ταίριαξαμε κι έκαμναμε παρέα. Αυτός έγιανε γλήγορα και βγήκε πριν από μένα. Μόλις βγήκα κι εγώ, με πήρε γραφιά στο Στρατηγείο της Σμύρνης, που ήτανε στη Λέσχη των Κυνηγών. Τότες γνώρισα και τη Σμύρνη. Τη Γκιαούρ Ιζμίρ. Πολιτεία έμορφη, παστρικιά, με θέατρα κι αργαστήρια πολλά, μ’ έμορφα σοκάκια και καλντερίμια, με κόσμο γραμματισμένο, ντυμένο φράγκικα. Οι Τούρκοι λιγοστοί, κι αυτοί χαμάληδες. Και παντού Φράγκοι, Εγγλέζοι, Ιταλοί… Εκείνο που δε θ’ αστοχήσω, είναι η αγάπη που είχανε οι Σμυρνιοί για το Βενιζέλο, κι ας μην ήτανε τότες στην κυβέρνηση!»
«Ύστερις από 600 χρόνια σκλαβιάς, Δημοσθένη, βρέθηκε ένας χριστιανός και τους νοιάστηκε. Να μην τον αγαπούνε; Το ανάποδο θα ήτανε παράξενο» αποκρίθηκε ο παπάς.
«Του Ευαγγελισμού, γιόρτασαμε στη Σμύρνη τα εκατό χρόνια απ’ την επανάσταση του 1821. Φωτογραφίες του Κολοκοτρώνη, του Καραϊσκάκη και του Κανάρη, μαζί με ελληνικές σημαίες, στόλιζαν ούλα τα σοκάκια. Τα κανόνια βάρεσαν εκατό φορές το πρωί κι εκατό το βράδυ. Και το Πάσχα, στις 19 τ’ Απριλιού, δε θα το λησμονήσω. Αρνιά, κρασιά, χοροί!… Στις 29 του Μάη, την ημέρα που στα 1453 έπεσε η Πόλη, ήρθε στη Σμύρνη ο αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού, ο βασιλιάς Κωσταντίνος. Μαζί του κι ούλοι οι πρίγκιπες. Ο Παύλος, ο Νικόλαος κι ο Ανδρέας. Από κοντά κι ο πρωθυπουργός Γούναρης, κι ο υπουργός Στρατιωτικών Θεοτόκης».
«Α, ήρτανε ούλοι αυτοί στη Σμύρνη, ε;» ρώτηξα απορεμένος.
«Ναι, για! Μεγαλεία! Εμάς, πρωί πρωί, μας πήγανε όξω απ’ τη μητρόπολη της Αγίας Φωτεινής και μας έκαμαν μιαν αράδα, τον ένανα πλάι στον άλλονα, για να βαστούμε τον κόσμο ξέμακρα. Οι νίκες του στρατού μας έκαμαν τους Σμυρνιούς περήφανους, και ζάπι εύκολα δεν μπόρειες να τους κάμεις. Ούλοι πίστευαν πως ήρθε η ώρα να πάρουμε οπίσω απ’ τους Τούρκους όσα μας πήρανε ούλα τα χρόνια. Ύστερις απ’ τη δοξολογία, και την ώρα που έβγαινε ο βασιλιάς απ’ την εκκλησία, ούλος ο κόσμος φώναζε δυνατά «και στην Πόλη!», «και στην Πόλη!». Η αλήθεια είναι, πως ο βασιλιάς και οι υπουργοί χαιρέταγαν κομματάκι σφιγμένοι, μουδιασμένοι. Δεν έδειχναν χαρούμενοι».
«Είχανε, αγόρι μ’, τόσες έννοιες στο κεφάλι τους. Πόλεμος, για! Το φορτιό στις πλάτες τους βαρύ. Πού να έβρουνε όρεξη για γέλια και χαρές», αποκρίθηκα.
«Αυτό είναι αλήθεια», έκρινε ο Δημοσθένης. «Οι ευθύνες τους μεγάλες. Ο στρατός μας στη Μικρασία έφτανε τις διακόσιες χιλιάδες. Απλωμένος παντού. Και υπόφερνε. Δεν πολέμαγε μονάχα με το στρατό του Κεμάλ. Πολέμαγε και με τους τσέτες που, αντάμα με τους Τούρκους απ’ τα τροϋρινά χωριά, παραφύλαγαν και βάραγαν τα περίπολα και τις μονάδες μας. Αμμά είχε κι άλλους οχτρούς. Η ζέστα ανυπόφερτη. Τα μέρια άγνωστα. Οι δρόμοι αδιάβατοι. Τα τροφίματα σάπιζαν οπίσω στις αποθήκες και δεν έφταναν ποτές ομπρός. Τα πολεμοφόδια και η ταή για τα χαϊβάνια έφταναν με χίλια βάσανα. Ούλ’ αυτά ανάγκασαν το βασιλιά, Κωνσταντίνο, για να είναι πιο κοντά στο στρατό μας, να σηκώσει το στρατηγείο του απ’ την Αθήνα και να το φέρει στη Σμύρνη».
«Αυτό έπρεπε να το κάμνε απ’ την πρώτ’ αρχή. Γένεται πόλεμος στη Μικρασία απ’ την Αθήνα; Κι ύστερις, παιδί μ’»; ρώτηξα.
«Τις κατοπινές ημέρες γένηκε στο Στρατηγείο της Σμύρνης πολεμικό συμβούλιο και αποφάσισε πως έπρεπε ο στρατός μας να επιτεθεί και να πάρει, το δίχως άλλο, τη γραμμή του τρένου Σμύρνη-Αφιόν Καραχισάρ-Κιουτάχεια-Εσκί Σεχίρ. Κι αυτό, γιατί απ’ το Εσκί Σεχίρ η γραμμή κλαδώνεται. Το ένα παρακλάδι πααίνει στην Πόλη και το άλλο στην Άγκυρα. Άμα έπεφτε το Εσκί Σεχίρ, ο στρατός μας θα απόκοφτε την Άγκυρα απ’ την Πόλη και τη Σμύρνη, και ο στρατός του Κεμάλ θα διαλύουνταν. Αυτός ήτανε και ο σκοπός. Να διαλυθεί ο στρατός του Κεμάλ. Η επίθεση αρχίνησε την πρώτη Ιουλίου (1921) το πρωί, και την ίδιαν ημέρα ο στρατός μας μπήκε στο Αφιόν Καραχισάρ. Στις 4, έπεσε η Κιουτάχεια και στις 6 το Εσκί Σεχίρ. Μέσα σε εξ ημέρες, ο στρατός μας κατάφερε ν’ αποκόψει την Άγκυρα και απ’ την Πόλη και από τη Σμύρνη. Παρόλα αυτά δεν κατάφερε το πιο σπουδαίο. Να διαλύσει ολότελα το στρατό του Κεμάλ. Άμα το πετύχαινε κι αυτό, ο πόλεμος θα τελείωνε εκείνες τις ημέρες. Ύστερις απ’ αυτά, στις 15 Ιουλίου γένηκε καινούργιο πολεμικό συμβούλιο στην Κιουτάχεια. Ήτανε εκεί ο βασιλιάς Κωσταντίνος, ο πρωθυπουργός Γούναρης, ο υπουργός στρατιωτικών Θεοτόκης και ούλοι οι στρατηγοί. Εκεί, πήρανε τη μεγάλη απόφαση. «Εκστρατεία στην Άγκυρα»! Μονάχα άμα έπεφτε η Άγκυρα, θα τελείωνε ο πόλεμος. Η μεγάλη επίθεση θ’ αρχινούσε την πρώτη Αυγούστου (1921) το πρωί. Και για να είναι πιο κοντά στο μέτωπο, ο βασιλιάς σήκωσε το στρατηγείο του απ’ τη Σμύρνη και το πήγε στο Εσκί Σεχίρ».
«Κοίτα να διείς τώρα, πόσα πράματα μαθαίνω! Ο βασιλιάς στο μέτωπο! Σμύρνη, Κιουτάχεια, Εσκί Σεχίρ!

Μπράβο στο βασιλιά!» απλογήθηκα.
«Ναι, για! Πήγε και τα πρόκοψε! Πήγε, όντας ο στρατός μας νίκαε. Ούλοι στις νίκες κοιτούνε να είναι κοντά, να δοξαστούνε. Στα δύσκολα, φεύγουνε ντουμάνι* και δεν τους παίρνει χαμπάρι κανείνας! Αχ! Μικροί ανθρώποι, σε μεγάλες ώρες!» αποκρίθηκε ο Δημοσθένης.
*Ο Γεώργιος Μάνος είναι συγγραφέας του ιστορικού αφηγήματος “ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΗΤΑΝΕ ΑΛΛΙΩΣ”
Εκδόσεις Λόγος & Εικόνα
Απόσπασμα

- Advertisement -
- Advertisement -
- Advertisment -

Επικαιρότητα

Newsroom