Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου, 2021
ΑρχικήStoriesΗ ελληνική επανάσταση του 1821 στα εγχειρίδια της τουρκικής εκπαίδευσης

Η ελληνική επανάσταση του 1821 στα εγχειρίδια της τουρκικής εκπαίδευσης

Ευθύμης Λεκάκης

Του Ευθύμη Λεκάκη*

Ο μέσος Τούρκος, στις μέρες μας, πολύ δύσκολα θα απαντούσε στην ερώτηση “ποια είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας;”. Ο μέσος Έλληνας έχει μια ισχυρή γνώμη για την Τουρκία, την ιστορία και τον Ερντογάν, πέρα του ότι δεν ενδιαφέρεται για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα. Ίσως η Ελληνική Επανάσταση του 1821 έχει διαγραφεί από την τουρκική ιστορική μνήμη επειδή οι εθνοκεντρικές αφηγήσεις δεν δέχονται ευγενικά τις ήττες.  Το ερώτημα  γιατί η επανάσταση των Ελλήνων εναντίον των Οθωμανών ξέσπασε το Φλεβάρη του 1821 και όχι άλλη ημερομηνία, σε προγενέστερο ή μεταγενέστερο χρόνο, μπορεί να απαντηθεί και να δικαιολογηθεί με πειστικότητα ως εξής: Το Φλεβάρη του 1813 μια φατρία στην Υψηλή Πύλη βρήκε την ευκαιρία για να εκτοπίσει τους επαρχιακούς «ηγεμόνες», τους επονομαζόμενους Αγιάνηδες. Επρόκειτο για τεράστιες οικογένειες, κάτι σαν τους δούκες της Αγγλίας, που κρατούσαν την οικονομική, στρατιωτική και πολιτική δύναμη σε κάθε γωνιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ένας από αυτούς, ο μεγαλύτερος στόχος της κεντρικής εξουσίας επειδή κατείχε μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών εδαφών, ήταν ο Αλή Πασάς. Χωρίς τη βοήθεια των Αγιάνηδων η Υψηλή Πύλη δεν είχε ελπίδα επιβίωσης και χωρίς τη βοήθεια τους δεν μπορούσε ούτε να συγκεντρώσει στρατό, ούτε να συλλέξει φόρους. Μετά από τον Ρωσο-οθωμανικό πόλεμο (1806-1812) η Υψηλή Πύλη βρήκε τις κατάλληλες συνθήκες για να συγκεντρώσει την εξουσία στο κέντρο.                                                             

Emin Oktay, Tarih, Lise III, έκδοση 1988

Η εξόντωση των Αγιάνηδων εξελίχθηκε όμως σε έναν κανονικό εμφύλιο πόλεμο που κράτησε μια δεκαετία στο πλαίσιο του οποίου καταστράφηκαν μεγάλα τμήματα της αυτοκρατορίας. Πολεμούσαν στρατοί με χιλιάδες άνδρες: Κούρδοι, Λαζοί, Γεωργιανοί, Άραβες, Αλβανοί… Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση η Υψηλή Πύλη είχε ήδη εξαντληθεί και δεν μπορούσε να κάνει στρατολόγηση. Η αυτοκρατορία ήταν πλέον ένας χάρτινος πύργος έτοιμος να καταρρεύσει. Σύμφωνα με τον Τούρκο ιστορικό Hüseyin Şükrü Ilıcak (Χουσεΐν Σουκρού Ιλιτζάκ)*1, έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο το ότι δεν υπήρχε ικανή στρατιωτική δύναμη να αντιμετωπίσει τους Έλληνες αλλά και η υποστήριξη των Αλβανών προς τους Έλληνες επαναστάτες, όπως προκύπτει μέσα από τη μελέτη των οθωμανικών εγγράφων. Εκεί βλέπουμε ξεκάθαρα ότι η Υψηλή Πύλη ήταν στο έλεος των Αλβανών μισθοφόρων. Μια ισχυρή ομάδα πρώην αυλικών του Αλή Πασά, μετά το θάνατό του, είχε τη μεγαλύτερη δύναμη στην περιοχή και υποστήριξαν την Ελληνική Επανάσταση για τα δικά τους βέβαια συμφέροντα.

 Ο Τούρκος ιστορικός Χουσεΐν Σουκρού Ιλιτζάκ

Τρεις σελίδες, όλες κι όλες (σελίδες 237-240), αφιερώνει το βιβλίο ιστορίας του Emin Oktay (Εμίν Οκτάυ), που απευθύνεται στους μαθητές της Τρίτης τάξης στα Λύκεια Δημόσια και μειονοτικά της Τουρκίας.

Όλες οι αναφορές του βιβλίου ιστορίας επικεντρώνονται στα εξής:

«Οι Έλληνες*2, οι οποίοι είχαν περισσότερα προνόμια απ’ όλους τους χριστιανικούς λαούς που τελούσαν υπό οθωμανική κυριαρχία, ζούσαν κυρίως στην Ελλάδα, στην Πελοπόννησο, στα νησιά του Αιγαίου, στη Δυτική Μικρασία και στα παράλια της Προποντίδας και του Εύξεινου Πόντου, όπου ήταν εγκαταστημένοι σε πόλεις και κωμοπόλεις και ασχολούνταν με τις τέχνες και το εμπόριο και ιδιαίτερα με τη ναυτιλία. Οι Έλληνες είχαν υποταχτεί οριστικά στο οθωμανικό κράτος επί Μωάμεθ του Πορθητή. Είχαν παραχωρηθεί τότε και σ’ αυτούς, όπως και στους άλλους χριστιανούς, ελευθερίες ως προς τα θέματα θρησκείας και γλώσσας. Στην Πελοπόννησο μάλιστα και στα νησιά του Αιγαίου οι Έλληνες ζούσαν σχεδόν αυτόνομοι. Οι Οθωμανοί θεωρούσαν ανώτερους τους Έλληνες από τους άλλους χριστιανούς και τους διόριζαν σε ορισμένες θέσεις και ιδιαίτερα σε θέσεις διερμηνέων. Ορισμένοι μάλιστα Έλληνες άρχοντες από το Φανάρι της Κωνσταντινουπόλεως προωθούνταν σε θέσεις ηγεμόνων της Βλαχίας και της Μολδαβίας*3. Σε σχέση με τους άλλους χριστιανικούς λαούς οι Έλληνες ήταν πιο εύποροι και πιο φωτισμένοι. Οι σχέσεις που είχαν αναπτύξει με τη Ρωσία κατά τον 18ο αιώνα συντέλεσαν στη διάδοση εθνικοαπελευθερωτικών ιδεών μεταξύ τους. Στην πραγματικότητα οι Ρώσοι*4 ήδη από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου ξεσήκωναν τους Έλληνες σε κάθε ευκαιρία εναντίον του οθωμανικού κράτους. Όταν στη διάρκεια της εκστρατείας του 1768 ο ρωσικός στόλος είχε καταπλεύσει στην Πελοπόννησο, οι Έλληνες είχαν επαναστατήσει, αλλά η επανάσταση είχε κατασταλεί αμέσως*5. Στα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης τα ελληνικά πλοία υπό τουρκική σημαία κυκλοφορούσαν ελεύθερα παντού και μονοπώλησαν το εμπόριο της Μεσογείου. Έτσι πλούτισαν πολλοί Έλληνες που ζούσαν σε μεγάλες πόλεις της Ευρώπης (όπως η Μασσαλία, η Τεργέστη, η Οδησσός) και ίδρυσαν στην Ελλάδα πολλά σχολεία και διέδωσαν σ’ όλους τους Έλληνες τις ιδέες της εθνικής ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Τις ιδέες τις ενίσχυσε η Γαλλική Επανάσταση. Τέλος οι Έλληνες ίδρυσαν μια μυστική οργάνωση που στόχευε στην απόκτηση της ανεξαρτησίας τους και ονομαζόταν Εθνική Εταιρεία. Η Εθνική Εταιρεία ιδρύθηκε αρχικά το 1814 στην Οδησσό από τρία άτομα (δύο Έλληνες και ένα Βούλγαρο)*6. Ουσιαστικός στόχος της ήταν η επανίδρυση της αρχαίας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ο τσάρος της Ρωσίας ήταν πληροφορημένοι σχετικά με την ίδρυση της Εταιρείας. Η Εθνική Εταιρεία ενδυναμώθηκε σε μικρό χρονικό διάστημα και ίδρυσε πολλά παραρτήματα στην Κωνσταντινούπολη και την Ελλάδα. Οι κυριότεροι εύποροι και φωτισμένοι Έλληνες έγιναν μέλη της, ανάμεσά τους και ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Αρχηγός της ήταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, γιος του πρώην ηγεμόνα της Βλαχίας και υπασπιστής του τσάρου. Χάρη στις ενέργειες της Εθνικής Εταιρείας οι Έλληνες είχαν προετοιμαστεί πλήρως για να επαναστατήσουν. Δεν άφηνε όμως περιθώριο για να ξεσπάσει η επανάσταση ο Αλή πασάς, βαλής(= νομάρχης) των Ιωαννίνων, που ήταν γνώστης όλων των δραστηριοτήτων της Εταιρείας. Όταν πάντως ο Αλή πασάς έκανε τη δική του επανάσταση εναντίον του σουλτάνου, οι Έλληνες επωφελήθηκαν: ενώ οι οθωμανικές δυνάμεις ήταν απασχολημένες μ’ αυτόν, η Εθνική Εταιρεία αποφάσισε να ξεσπάσει η επανάσταση.»

Επεξηγήσεις:

*1. Ιστορικός και συγγραφέας Hüseyin Şükrü Ilıcak (Χουσεΐν Σουκρού Ιλιτζάκ). Γεννήθηκε το 1971 και μεγάλωσε στην Άγκυρα. Σπούδασε α. στο  πανεπιστήμιο Harvard, PhD, Ιστορία και Μεσανατολικές Σπουδές, 2000-2011. β. στο πανεπιστήμιο Brandeis, Διδακτορικό στις Εγγύς Ανατολικές και Ιουδαϊκές Σπουδές, 1998-2000. γ. Πανεπιστήμιο Bilkent (Άγκυρα), MA στην Ιστορία, 1993-1996 και δ. στο πανεπιστήμιο Ankara, BA, Διεθνείς Σχέσεις, 1989-1993. Μιλά Τουρκικά, Οσμανλίδικα (Οθωμανικά), Ελληνικά, Αγγλικά, Αρμένικα, Γαλλικά, Εβραϊκά, Περσικά και Αραβικά του Λιβάνου. Εργάζεται στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ως ερευνητής και επιμελητής, από το  2018 μέχρι σήμερα. Και στο Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη, ως ερευνητής και διευθυντής έργου, από το 2017 μέχρι σήμερα. Είναι παντρεμένος με Ελληνίδα και κατοικεί στην Αθήνα.

*2. Στο τουρκικό κείμενο για την απόδοση του όρου «Έλληνες», χρησιμοποιούνται οι λέξεις «Rum» και «Yunan». Η πρώτη αποδίδεται γενικά στους Έλληνες της Τουρκοκρατίας: ρωμιούς, ραγιάδες, ενώ με τη λέξη Yunan = Ίωνες, χαρακτηρίζεται η Ελληνική Επανάσταση και το ελληνικό κράτος. 

*3. Το εύλογο συμπέρασμα για το Τούρκο μαθητή είναι η αχαριστία των Ελλήνων προς τον «ευεργέτη» τους σουλτάνο. Αποσιωπάται εντελώς η αναγκαιότητα που επέβαλε τους Φαναριώτες στην τουρκική διοίκηση ως Μεγάλους Διερμηνείς και ως ηγεμόνες στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες (1709-1821). Η ανάγκη επικοινωνίας με τις χώρες της Δύσης (συνθήκες-διομολογήσεις) κατέστησε απαραίτητη την παρουσία των γλωσσομαθών Φαναριωτών, μιας και στο Κοράνι απαγορεύονταν η οι πιστοί να μαθαίνουν τις γλώσσες των απίστων.

*4.    Οι απελευθερωτικοί αγώνες των Ελλήνων θεωρούνται κινήματα που προήλθαν αποκλειστικά και μόνο από την επαφή των Ελλήνων με τη Ρωσία.

*5.    Αναφέρεται στα Ορλωφικά.

*6.  Προφανώς το σλαβοκατάληκτο όνομα του Γιαννιώτη εμπόρου Αθανασίου Τσακάλωφ οδήγησε τον Τούρκο συγγραφέα να εκλάβει για Βούλγαρο τον πιο μορφωμένο Έλληνα από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, του οποίου η Ελληνικότητα ουδέποτε αμφισβητήθηκε.
Ο Τσακάλωφ ήταν γιος του Γιαννιώτη εμπόρου Ιωάννη Τσακάλογλου, που μετοίκησε στη Μόσχα για εμπορικούς λόγους και άλλαξε το όνομά του από Τσακάλογλου στο «ρωσοπρεπές» Τσακάλωφ, κατά τη συνήθεια της εποχής.

 *Ο Ευθύμης Λεκάκης είναι νομικός, ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας

Επικαιρότητα

spot_img

Newsroom