Κάθε φορά που εκδηλώνεται μια καταστροφή (πχ δασική πυρκαγιά) η διαγράφεται μια απειλή για τη χώρα (βλ. πόλεμος στην Ουκρανία) εκδηλώνονται αντιδράσεις με περισσότερο συμβολικό και λιγότερο με ουσιαστικό περιεχόμενο. Κατά παράδοση συγκαλείται το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ) αλλά το τι συζητείται και αποφασίζεται εκεί δεν ανακοινώνεται ποτέ.

Βέβαια, το ΚΥΣΕΑ είναι το ανώτατο όργανο λήψης στρατηγικών αποφάσεων σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας, οπότε είναι απορίας άξιο γιατί συγκαλείται την ώρα που πρέπει να αναπτυχθούν επιχειρησιακά σχέδια εφαρμογής του όποιου στρατηγικού σχεδίου. Ωστόσο, η συμβολική βαρύτητα της σύγκλησης του οργάνου με αντίστοιχα ενσταντανέ της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας δημιουργούν μια, έστω προσωρινή, εντύπωση στους πολίτες ότι η κατάσταση είναι υπό έλεγχο.

Συσκέψεις για την διαχείριση των κρίσεων γίνονται, επίσης, πολλές τόσο σε Υπουργεία όσο και σε Περιφέρειες και Δήμους. Σκοπός τους είναι ο συντονισμός των ενεργειών που πρέπει να ακολουθήσουν για την ανάσχεση των συνεπειών μιας επικείμενης καταστροφής. Μόνο που ο συντονισμός ως διοικητική λειτουργία δεν είναι ανεξάρτητη από ένα πλέγμα άλλων λειτουργιών (σχεδιασμού, εναλλακτικών, εφαρμογής και αξιολόγησης σχεδίων δράσης). Εάν κάποια από τις λειτουργίες αυτές δεν υπάρχει, τότε η συζήτηση περί συντονισμού είναι κενή περιεχομένου. Δεν μπορεί, δηλαδή, να συντονίσει κανείς κάτι που δεν υπάρχει!

Τις περισσότερες φορές, λοιπόν, η καταστροφή ακολουθεί ανενόχλητη δείχνοντας ότι το πρόβλημά μας είναι βαθύτερο και ουσιαστικότερο από τους φαινομενικούς συντονισμούς και ελέγχους: Δεν υπάρχουν αξιόπιστα σχέδια δράσης για την αντιμετώπιση των κινδύνων. Και δεν υπάρχουν, επειδή η διαχείριση κρίσεων παραμένει για την Ελλάδα terra incognita.

Η παραδοξότητα/ιδιαιτερότητα  της ελληνικής περίπτωσης είναι ότι ενώ σε επίπεδο τυπικής δέσμευσης υπάρχουν κάποια κείμενα που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πλαίσιο δράσης, αυτά δεν μετουσιώνονται σε  δράσεις με πρακτικό αποτέλεσμα.

Για την από-παραδοξοποίηση αυτού του παραδόξου ας παρακολουθήσουμε ένα τυπικό σχέδιο δράσης για την αντιμετώπιση των κινδύνων. Από την παράθεση των απαιτήσεών του και από την δική μας διαθεσιμότητα ν’ ανταποκριθούμε σ’ αυτές, θα προκύψει ανάγλυφα η εξήγηση για την διάσταση μεταξύ θεωρητικών εξαγγελιών και πρακτικής εφαρμογής τους.

Ένα σχέδιο δράσης για την διαχείριση κρίσεων πρέπει να περιλαμβάνει:

  • Το είδος του κινδύνου (μορφές εκδήλωσής του, στοιχεία και δεδομένα από την Ελλάδα και άλλες χώρες). Εδώ υπάρχει σοβαρότατο προβλημα: Δεν υπάρχουν  αξιόπιστες μελέτες για τους κινδύνους που απειλούν κάθε περιοχή ούτε, βεβαίως, οργάνωση πληροφοριών και διασύνδεση με τα σχέδια άλλων χωρών.
  • Τα σημεία ευαλωτότητας στη συγκεκριμένη οργάνωση (ποια, δηλαδή, από τα λειτουργικά της συστήματα είναι περισσότερο έκθετα στον κίνδυνο). Ακόμη κι αν υπάρχουν κάποιες ειδικότερες μελέτες, αυτές δεν συνοδεύονται από προγράμματα ή δράσεις αντιμετώπισης της ευαλωτότητας.
  • Την απαρίθμηση των μέτρων που να διαφοροποιούνται αναλόγως των κινδύνων. Τόσο στο εθνικό σχέδιο αντιμετώπισης των κινδύνων και των καταστροφών όσο και σε κάποια ειδικότερα σχέδια υπάρχουν ενιαία και αδιαφοροποίητα μέτρα για όλα και για όλους.
  • Την κατάταξη των μέτρων σε προληπτικά, κατασταλτικά και σε αποζημιώσεις που θα δοθούν σ’ εκείνους που αναίτια θα πληγούν. Από την αξιολόγηση της εμπειρίας μας στην αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών γνωρίζουμε ότι η πρόληψη χωλαίνει λόγω επικαλυπτόμενων αρμοδιοτήτων  και φορέων άσκησής τους, η καταστολή από τον συγκεντρωτισμό και την ευθυνοφοβία και η αποζημίωση από ατέρμονες, βασανιστικές διαδικασίες που απολήγουν σε αποζημιώσεις υπο-πολλαπλάσιες εκείνων που οι ζημιωθέντες δικαιούνται και πρέπει να λάβουν.
  • Την συνέργεια που πρέπει να αναπτυχθεί με όμοιες οργανώσεις τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Αυτή είναι από αδύναμη έως ανύπαρκτη. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και ο συντονισμός εθελοντικών ομάδων και οργανώσεων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα χωλαίνει. Η διαχείριση των κρίσεων δεν γίνεται αντιληπτή ως μια σειρά ενεργειών που έχουν εσωτερική συνάφεια και για την εφαρμογή των οποίων χρειάζεται η συνδρομή του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα όπως και των οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών και των πολιτών των ίδιων.
  • Την ευρύτατη διαβούλευση κατά την δημιουργία του σχεδίου δράσης και την συχνή διενέργεια ασκήσεων ετοιμότητας. Η διαβούλευση είναι περιορισμένη και εξαντλείται στις εκ του νόμου υποχρεώσεις διαφάνειας, η δε διενέργεια ασκήσεων απομειώνεται σε κάποια υποτυπώδη άσκηση αντιμετώπισης πυρκαγιάς.

Η ανάληψη δράσης για την δημιουργία μιας αξιόπιστης πολιτικής διαχείρισης κρίσεων είναι επιβεβλημένη και κάθε καθυστέρηση μπορεί να έχει μη αντιστρέψιμες αρνητικές επιπτώσεις.