Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου, 2022
spot_img
ΑρχικήStoriesΕπακόλουθα της Μικρασιατικής καταστροφής Το κίνημα της Χίου, η απόφαση να...

Επακόλουθα της Μικρασιατικής καταστροφής Το κίνημα της Χίου, η απόφαση να δικαστούν οι Έξι, η Δίκη, η ετυμηγορία και η επανάληψη

Επακόλουθα της Μικρασιατικής καταστροφής

Το κίνημα της Χίου, η απόφαση να δικαστούν οι Έξι, η Δίκη, η ετυμηγορία και η επανάληψη

του Ευθύμη Λεκάκη*

Σημείωμα του πρωθυπουργού Νικ. Τριανταφυλλάκου (Τρίπολη 8/11/1855 – Αθήνα 16/9/1939), στις 29/8/1922* (με το παλαιό ημερολόγιο, 10/9/1922 με το νέο) που ανέλαβε τη βραχύβια διακυβέρνηση της χώρας μετά την παραίτηση του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, ο οποίος είχε αναλάβει και δυο υπουργεία μεταξύ των οποίων και  των Στρατιωτικών. Το σημείωμα απευθύνεται προς τον Υπουργό Εξωτερικών Νικ. Καλογερόπουλο (Χαλκίδα 23/7/1851 – Αθήνα 7/1/1927).

«Ο κύριος Μαρσεγί* επισκευθείς με εις το Υπουργείον Στρατιωτικών με ηρώτησε αν είμεθα βέβαιοι περί διατηρήσεως της τάξεως.  Απήντησα ότι δεν έχομεν κανένα λόγον να ανησυχούμεν και ότι τουναντίον θαυμάζομεν την φρόνησιν του Ελληνικού λαού εις τας παρούσας περιστάσεις. Μοι παρετήρησε τότε ότι την ησυχίαν του Ελλ. Λαού βλέπει και εκείνος αλλά μήπως υπάρχει φόβος εκ των στρατιωτών, όταν επανέλθουν. Τω απήντησα ότι ουδένα λόγον έχομεν επί του παρόντος να ανησυχούμεν.»

Ο πρωθυπουργός, που είναι συγχρόνως και Υπουργός των Στρατιωτικών βεβαιώνει το Γάλλο επιτετραμμένο για τη θαυμαστή ησυχία του Ελληνικού λαού. Ο Γάλλος δε βεβαιώνεται ότι ο Έλληνας πρωθυπουργό; Ή τον δουλεύει ψιλό γαζί ή ότι ο ίδιος κοιμάται όρθιος και δε μπορεί να φανταστεί για το στρατιωτικό κίνημα που σχεδιαζόταν και ενώ ο κόσμος το ’χε τούμπανο, αυτός κρυφό καμάρι…

Από τον τρόπο που είναι γραμμένο το σημείωμα από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, φαίνεται ότι ο άνθρωπος ήταν τόσο επικίνδυνα ανίδεος μέχρι και επικίνδυνος για τη θέση την οποία του είχε αναθέσει ο άνακτας… Διαφορετικά δεν θα απαντούσε: «Ουδένα λόγον έχομεν να ανησυχούμε επί του παρόντος»

Το κίνημα στρατού και ναυτικού ξέσπασε σε Χίο και Λέσβο. Επικεφαλείς τέθηκαν ο βενιζελικός συνταγματάρχης Νικ. Πλαστήρας (Καρδίτσα 4/11/1883 –Αθήνα 26/6/1953), που ονομάστηκε και «Μαύρος Καβαλάρης», μετριοπαθής βασιλικός επίσης ο συνταγματάρχης Στυλ. Γονατάς (Πάτρα 15/8/1876 – Αθήνα 29/3/1966) και ο διοικητής της ναυτικής βάσης Χίου αντιπλοίαρχος Δημ. Φωκάς (Αθήνα 1886 – Αθήνα 1966). Είχε τη συμπαράσταση του λαού και ουσιαστικά αυτό ήταν που οδήγησε στη «Δίκη των Έξι» και την εκτέλεση των πρωταιτίων της Μικρασιατικής Καταστροφής. Πολιτικός Σύμβουλος των επαναστατών ορίστηκε ο Γεώργιος Παπανδρέου (Καλέντζι Αχαΐας 13/2/1888 – Αθήνα 1/11/1968). Όλοι αποφάσισαν να κατέβουν στην Αθήνα, να την καταλάβουν, να καθαιρέσουν τον Κωνσταντίνο και να περάσουν από δίκη τους κύριους υπεύθυνους την τραγωδίας. Το κίνημα επικράτησε απόλυτα. Ο πρωθυπουργός «αργά τα ζα μας» και ο βασιλιάς το πληροφορήθηκαν από τις προκηρύξεις που πετάχτηκαν στην Αθήνα. Προσπάθησαν να εξοπλίσουν επίστρατους για να καταστείλουν το κίνημα αλλά δεν κατάφεραν τίποτα. Ο στρατιωτικός διοικητής Αθηνών έστειλε αγγελιοφόρους στα Μεσόγεια προκειμένου να ξεσηκώσουν τους κατοίκους, που ήταν στην πλειοψηφία τους φιλοβασιλικοί, για να λάβει την ακόλουθη απάντηση: ευχαρίστως να πολεμήσουμε για τον κουμπάρο μας τον Κώτσο, αλλά πρώτα να τελειώσει ο τρύγος. Φέξε μου και γλίστρησα δηλαδή…

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος κάλεσε τον Αναστ. Παπούλα (Μεσολόγγι 1/1/1857 – Αθήνα 24/4/1935) και τον έστειλε να διαπραγματευτεί με τους επαναστάτες την παραμονή του στο θρόνο. Ο Παπούλας έλαβε την εξής απάντηση από τον Πλαστήρα: Ο βασιλιάς δεν πρέπει μόνο να παραιτηθεί, αλλά και να φύγει από την Ελλάδα!

Στις 14 του Σεπτέμβρη ο Κωνσταντίνος παραιτήθηκε και ένας απλός παπάς όρκισε στο θρόνο τον Γεώργιο Β’ (Αθήνα 19/7/1890 – Αθήνα 1/4/1947).

Οι Πλαστήρας και Γονατάς, επευφημούμενοι από τα πλήθη, μπαίνουν έφιπποι στην Αθήνα

Την πρώτη μόνο μέρα του κινήματος, οι επαναστάτες συνέλαβαν, στην Αθήνα μόνο, περίπου 300 βασιλικούς, μεταξύ των οποίων το Γούναρη, τον Πρωτοπαπαδάκη, τον πρώην πρωθυπουργό Νικ. Στράτο, τον πρώην υπουργό Νικ. Θεοτόκη. Λίγες μέρες μετά συνελήφθη ο υπουργός Εξωτερικών Γεώρ. Μπακλατζής και τελευταίος ο πρώην αρχιστράτηγος Γεώρ. Χατζηανέστης. Όλοι κρατήθηκαν αρχικά στην Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών που βρισκόταν στην οδό Πατησίων και κατόπιν προφυλακίστηκαν στις φυλακές Αβέρωφ, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Ο Κωνσταντίνος, μετά την παραίτησή του αναχώρησε για το Παλέρμο της Ιταλίας

Ο Πλαστήρας κάλεσε στο γραφείο του τους Θ. Πάγκαλο και Αλέξ. Οθωναίο και ζήτησε από τον μεν Πάγκαλο να είναι πρόεδρος του στρατοδικείου που θα δικάσει τους υπαίτιους της τραγωδίας από τον δε Οθωναίο να είναι ο βασιλικός επίτροπος του δικαστηρίου. Εκείνοι απάντησαν: «Δεχόμεθα αλλά πρέπει να ξέρωμε ότι η απόφασις που θα εκδόσωμε θα εκτελεσθή

Ο Πλαστήρας τους απάντησε: «Σας δίνω τον λόγο της στρατιωτικής μου τιμής.» Εδώ που τα λέμε, ο Πλαστήρας δεν περίμενε πως θα εκδοθούν ποινές θανατικής εκτέλεσης. Αυτός ο διάλογος Πλαστήρα Πάγκαλου και Οθωναίου, έκρινε την τύχη των Έξι.

Επικεφαλής της ανακριτικής επιτροπής ανέλαβε ο σκληροπυρηνικός υποστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος, με βοηθούς τους συνταγματάρχες Ιωάννη Καλογερά και Χαράλαμπο Λούφα. Σύμφωνα με το πόρισμα παραπομπής που εκδόθηκε στις 24 Οκτώβρη, παραπέμφθηκαν σε δίκη ενώπιον του έκτακτου στρατοδικείου Αθηνών με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας οι πρωταγωνιστές των δραματικών γεγονότων της περιόδου 1920-1922:

* Δημήτριος Γούναρης (59 ετών, πρώην Πρωθυπουργός)

* Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης (68 ετών, πρώην Πρωθυπουργός)

* Νικόλαος Στράτος (50 ετών, πρώην Πρωθυπουργός )

* Νικόλαος Θεοτόκης (44 ετών, Υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη)

* Γεώργιος Μπαλτατζής (56 ετών, Υπουργός Εξωτερικών στις κυβερνήσεις Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη)

* Ξενοφών Στρατηγός, υποστράτηγος Ε.Α. (53 ετών, Υπουργός Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Γούναρη)

* Μιχαήλ Γούδας, υποναύαρχος Ε.Α. (54 ετών, Υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Γούναρη)

* Γεώργιος Χατζανέστης, αντιστράτηγος (59 ετών, Αρχιστράτηγος Μικράς Ασίας και Θράκης)

Η δίκη ξεκίνησε στην ειδικά διαρρυθμισμένη αίθουσα συνεδριάσεων της Βουλής (Παλαιά Βουλή) στις 9 το πρωί της 31ης  Οκτώβρη 1922 και τελείωσε ύστερα από 14 συνεδριάσεις στις 15 Νοέμβρη 1922, αφού εξετάστηκαν 12 μάρτυρες κατηγορίας και 12 υπεράσπισης, με κατηγορούμενους επτά πολιτικούς και ένα στρατιωτικό.

Το δίκαιο αίτημα των κατηγορουμένων να δικασθούν από το Ειδικό Δικαστήριο κατ’ εφαρμογή του νόμου περί ευθύνης Υπουργών απορρίφθηκε από τον Πάγκαλο με εξωνομική αιτιολόγηση. Τρεις μέρες νωρίτερα (21 Οκτωβρίου) είχε συγκροτηθεί το έκτακτο στρατοδικείο με πρόεδρο τον υποστράτηγο Αλέξανδρο Οθωναίο.

Οι κατηγορούμενοι κατά τη διάρκεια της δίκης

Στις 6 Νοεμβρίου ο κατηγορούμενος Δημήτριος Γούναρης ασθένησε σοβαρά από τύφο και μεταφέρθηκε σε ιδιωτική κλινική. Υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, το οποίο απορρίφθηκε και έτσι δικαζόταν ωσεί παρών.

Κοινή ήταν η πεποίθηση σε Ελλάδα και εξωτερικό ότι το δικαστήριο θα επιβάλει θανατικές ποινές. Οι διεθνείς πιέσεις υπέρ των κατηγορουμένων εντείνονται. Υπό το βάρος τους, η κυβέρνηση του μετριοπαθή Σωτηρίου Κροκιδά παραιτείται στις 10 Νοεμβρίου και την πρωθυπουργία αναλαμβάνει στις 14 Νοεμβρίου ο συνταγματάρχης Στυλιανός Γονατάς, ηγετικό στέλεχος του στρατιωτικού κινήματος.

Την ίδια μέρα ολοκληρώθηκαν οι απολογίες των κατηγορουμένων και οι αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης. Ένα τέταρτο μετά τα μεσάνυχτα της 15ης Νοεμβρίου, το δικαστήριο αποσύρεται σε διάσκεψη για να εκδώσει την απόφασή του.

Στις 6:40 π.μ. οι στρατοδίκες επανέρχονται στην έδρα και ο Πρόεδρος του Εκτάκτου Στρατοδικείου Αλέξανδρος Οθωναίος διαβάζει την ετυμηγορία του δικαστηρίου:

«Εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου Β’ το Έκτακτον Στρατοδικείον συσκεφθέν κατά νόμον, κηρύσσει παμψηφεί τους μεν Γεώργιον Χατζηανέστην, Δημήτριον Γούναρην, Νικόλαον Στράτον, Πέτρον Πρωτοπαπαδάκην, Γεώργιον Μπαλτατζήν και Νικόλαον Θεοτόκην εις την ποινήν του Θανάτου. Τους δε Μιχαήλ Γούδαν και Ξενοφώντα Στρατηγόν εις την ποινήν των ισοβίων δεσμών.»

Διατάσσει την στρατιωτική καθαίρεση των Γεωργίου Χατζανέστη αρχιστράτηγου, Ξενοφώντα Στρατηγού υποστράτηγου και Μιχαήλ Γούδα υποναύαρχου και επιβάλλει σε αυτούς τα έξοδα και τέλη της δίκης. Επιδικάζει παμψηφεί χρηματική αποζημίωση υπέρ του Δημοσίου κατά του Δημητρίου Γούναρη 200 χιλιάδες δραχμές, Νικολάου Στράτου 335 χιλιάδες δραχμές, Γεωργίου Μπαλτατζή και Νικολάου Θεοτόκη 1 εκατομμύριο δραχμές και Μιχαήλ Γούδα 200 χιλιάδες δραχμές.

Αμέσως μετά, ο επαναστατικός επίτροπος Νεόκοσμος Γρηγοριάδης μεταβαίνει στις φυλακές Αβέρωφ, όπου κρατούνταν οι κατηγορούμενοι και τους ανακοινώνει την καταδικαστική απόφαση. Είναι 9 το πρωί. Στους έξι θανατοποινίτες ανακοινώνει ότι η εκτέλεση θα γίνει σε δύο ώρες. Υποβολή ενδίκων μέσων δεν προβλεπόταν για τους καταδικασθέντες. Στις 10:30 δύο φορτηγά τους παραλαμβάνουν και τους μεταφέρουν στον χώρο εκτελέσεων στου Γουδή, πίσω από το νοσοκομείο «Σωτηρία». Μια ώρα αργότερα,  οι έξι έπεσαν νεκροί με 36 πυροβολισμούς από τους άνδρες του εκτελεστικού αποσπάσματος. Στις 2:30 μ.μ. κηδεύονται στο Α’ Νεκροταφείο, κάτω από αυστηρά μέτρα ασφαλείας.

Η επίσπευση της εκτέλεσης των 6 έγινε με προτροπή του στρατηγού Θ. Πάγκαλου, για να μην τους προλάβει ζωντανούς ο πλοίαρχος Τάλμποτ, που έφθασε λίγο αργότερα στην Αθήνα ως απεσταλμένος της Αγγλικής Κυβέρνησης για να πιέσει την κυβέρνηση να αναβάλει την εκτέλεση των θανατικών ποινών. Ο ρόλος του Ελευθερίου Βενιζέλου δεν είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένος. Ο ίδιος είχε αποσυρθεί της πολιτικής και βρισκόταν στο εξωτερικό «μη αναμιγνυόμενος στις κυβερνητικές υποθέσεις», όπως έλεγε. Ένα τηλεγράφημά του προς την κυβέρνηση για τις δυσμενείς επιπτώσεις της εκτέλεσης έφθασε την επομένη (16 Νοέμβρη).

Η εκτέλεση των 6 έγινε, κυρίως, για να ικανοποιηθεί το λαϊκό αίσθημα και όχι γιατί πραγματικά είχαν διαπράξει προδοσία σε βάρος της Ελλάδας. Την άποψη αυτή επαληθεύουν τα λόγια του Θεόδωρου Πάγκαλου, χρόνια αργότερα: «Δεν παραδέχομαι ότι διέπραξαν συνειδητήν προδοσίαν… αλλά υπήρξαν μοιραία και αναγκαία θύματα εις τον βωμόν της Πατρίδος».

 

Η Επανάληψη της Δίκης

Στις 20 Γενάρη 2008 ο Μιχαήλ (Μίκης) Πρωτοπαπαδάκης, εγγονός του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, προσέφυγε στον Άρειο Πάγο και ζήτησε με αίτησή του την ακύρωση της απόφασης του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών της 15ης Νοέμβρη 1922 και την επανάληψη της διαδικασίας (δίκης), με το αιτιολογικό της ύπαρξης νέων στοιχείων, σύμφωνα με το άρθρο 525 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Τα νέα στοιχεία που επικαλέστηκε ο αιτών ήταν:

1). Ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατά το χρόνο που ήταν Πρωθυπουργός της χώρας (1929-1932), είχε στείλει το 1929 επιστολή στον αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος Παναγή Τσαλδάρη, στην οποία σαφώς, μεταξύ άλλων, ανέφερε: «Δύναμαι να διαβεβαιώσω υμάς κατά τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπον ότι ουδείς των πολιτικών αρχηγών της δημοκρατικής παρατάξεως θεωρεί ότι οι ηγέται της πολιτικής, ήτις  ηκολουθήθη μετά το 1920, διέπραξαν προδοσίαν κατά της χώρας».

2). Ο Ελευθέριος Βενιζέλος στην Βουλή σε αγόρευση του στις 31/3/1932 (Συνεδρίαση Ν΄) δήλωσε ότι: «Πρέπει δε να είπω ένα πράγμα βέβαιον, ότι από τους ανθρώπους εκείνους επί των οποίων εγένετο η εκτέλεση των αποφάσεων του Στρατοδικείου, ο αδικώτερον τυφεκισθείς είναι ο μακαρίτης Πρωτοπαπαδάκης. Φοβούμαι ότι η καταδίκη και η εκτέλεσις του ωφείλετο σαφώς εις μιαν ανδροπρεπή πράξιν, την οποίαν έκαμεν. Να προτιμήση δηλαδή να κόψη το χαρτονόμισμα εις δυο, παρά να αρχίσει να εκτυπώνη χαρτονομίσματα και να καταντήση την δραχμήν εις την τύχην του μάρκου. Θεωρώ ότι σπανίως προσεφέρθη τόσον μεγάλη υπηρεσία εις μίαν χώραν, όση εκείνη την οποίαν προσέφερε τότε ο Πρωτοπαπαδάκης».

3). Την επόμενη ημέρα ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε αγόρευση του επίσης στη Βουλή (Συνεδρίαση ΝΑ΄) δήλωσε ότι οι νεκροί (πρόκειται για τους Έξι): «.. εστερήθησαν την ζωήν των κατά εντελώς άνομον τρόπον».

4). Στα έγγραφα του Προέδρου της Ανακριτικής Επιτροπής Επιχειρήσεως Μ. Ασίας Κ. Μαζαράκη με ημερομηνίες 24/9/1923 και 18/10/1923 αναφέρεται, ότι πολλοί αξιωματικοί που είχαν διοικήσει στην Μ. Ασία μεγάλες μονάδες, όταν, μετά την δίκη, επέστρεψαν από την τουρκική αιχμαλωσία, δεν είχαν υποβάλει μέχρι τότε (14/9/1923) εκθέσεις περί των επιχειρήσεων της τελευταίας φάσης του πολέμου. Έτσι, όπως επισημαίνεται στα έγγραφα αυτά, ήταν αδύνατον η Επιτροπή  να υποβάλει πόρισμα για το τι συνέβη εκεί, ακόμη και σε σχέδιο. Τα παραπάνω έγγραφα συντάχθηκαν δέκα ολόκληρους μήνες μετά την Δίκη. Η πληροφορία που περιέχουν, ότι στην εποχή της Δίκης ήταν αδύνατον να είναι γνωστό το τι συνέβη κατά την κατάρρευση του μετώπου, θέτει σε αμφιβολία την αξιοπιστία του περιεχομένου του κατηγορητηρίου και των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας, άρα και την καταδικαστική απόφαση που στηρίχθηκε σ’ αυτές.

5). Ο  Θεόδωρος Πάγκαλος με την στάση του μετά την Δίκη (1925 και μετέπειτα), αναγνώρισε επανειλημμένα με επίσημες δηλώσεις του την αθωότητα των κατηγορηθέντων. Υπενθυμίζεται ότι ο Πάγκαλος ήταν Πρόεδρος της Ανακριτικής Επιτροπής, η οποία συνέλεξε το αποδεικτικό υλικό για να θεμελιωθεί η κατηγορία της εσχάτης προδοσίας κατά των Έξι. Κατά συνέπεια, οι σχετικές δηλώσεις του που, μεταξύ άλλων, περιείχαν την παραδοχή ότι η ανάκριση έγινε υπό την πίεση των περιστάσεων και ότι το πόρισμά της δεν ήταν τεκμηριωμένο με πειστικές αποδείξεις, έχουν ιδιαίτερη σημασία.. Γι’ αυτό και ο Βασίλης Τζανακάρης παρατηρεί στο βιβλίο του «Δακρυσμένη Μικρασία» ότι «Ο Θεόδωρος Πάγκαλος απένειμε τη μεγαλύτερη δικαίωση για τους Έξι».

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι παρατηρήσεις που διατύπωσε κατά την κατάθεσή του ο Στρατηγός προς την Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής ((Ν.3398) το 1928 σε διάλογο με τον βουλευτή-μέλος της Επιτροπής Κ.  Καλκάνη:

«ΚΑΛΚΑΝΗΣ (βουλευτής, μέλος της Επιτροπής). Είπετε ότι τον Χατζανέστη εγνωρίζετε καλά, ότι ήτο τίμιος άνθρωπος, ανδρείος και λέγετε ότι δεν επιστεύετε ότι θα κατέληγεν εις αυτά τα αποτελέσματα. Συνεπώς την πρότασίν σας δεν την θεωρείτε σοβαράν και  ότι δεν απεδίδετε σπουδαίαν σημασίαν εις το πόρισμα της Ανακριτικής  Επιτροπής.

    ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Εγώ έκαμα ανάκρισιν υπό ποίας περιστάσεις;

    ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ώστε δεν ήσαν προδόται;

ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Αναμφισβητήτως.

   ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ώστε η έκθεσις της ανακριτικής επιτροπής δεν είναι δυνατόν να τους βαρύνη κατά τέτοιον τρόπον.

      ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Βεβαίως».

Εξάλλου, σε αγόρευση του στη Βουλή των Ελλήνων στις 2 Φεβρουαρίου του 1925, δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι «Η Επανάστασις του 1922 … κατέληξε εις την σκληράν απόφασιν της θανατικής καταδίκης». Με απλούστερα λόγια: Η «Επανάστασις» επέβαλε στο Στρατοδικείο να λάβει την σκληράν απόφασιν της θανατικής καταδίκης των κατηγορηθέντων. Στην ίδια αγόρευσή του ο Θ. Πάγκαλος είπε ότι «Οι αντίπαλοί μας υπήρξαν ηθικοί και  γενναίοι και είχαν το θάρρος να δώσουν λόγον των πράξεών των, ενώ ημείς προσπαθούμε να συγκαλύπτωμεν τας ευθύνας», για να γράψει αργότερα στα Απομνημονεύματά του: «Άνευ μίσους και άνευ πάθους με την λυδίαν λίθον της αμεροληψίας και του δικαίου ανά χείρας, προσεπάθησα να καταπνίξω το γουρουνάκι που έχομεν πάντες μέσα μας, για να εκθέσω με αντικειμενικότητα και αμεροληψίαν την  αλήθειαν».

 

Για το παράνομο της συγκρότησης του Στρατοδικείου παρατηρούμε πως η παρανομία έγκειται στο γεγονός ότι συγκροτήθηκε «επαναστατικώ δικαίω», ενώ η «Επανάσταση» είχε παραδώσει την εξουσία σε πολιτική κυβέρνηση, στην Κυβέρνηση Κροκιδά. Για να είναι νόμιμη η δίκη, έπρεπε οι πολιτικοί να δικασθούν από την Βουλή και οι στρατιωτικοί, από Στρατοδικείο με Πρόεδρο βαθμού ανώτερου από τους δικαζόμενου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 1533/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ              

«Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη  Ρουμπή    και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή,  Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία  και του Αντεισαγγελέα  του  Αρείου  Πάγου Κυριάκου Καρούσου  και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημα του την 1η Οκτωβρίου 2008 (συνεδρίαση ανοικτή στο κοινό), προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Μιχαήλ Πρωταπαπαδάκη του Αριστείδη, ο οποίος παρέστη  με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βασιλάτο,    για   Επανάληψη   της Διαδικασίας   της   Δίκης και ακύρωση   της   από 15 Νοεμβρίου 1922  αποφάσεως του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών.

Στην συνεδρίαση αυτήν ο κ. Βασιλάτος παρουσίασε τα παραπάνω στοιχεία. Μάρτυρες υπεράσπισης είναι βέβαιο ότι, αν ζούσαν, θα ήσαν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Θεόδωρος Πάγκαλος και οι υπόλοιποι που εκφράσθηκαν υπέρ της αθωότητας των Έξι, στις περιστάσεις που προαναφέραμε. Παρέστη και ο Μανώλης Γλέζος ως εν ζωή, αλλά σιωπηλός, μάρτυς, για να εκφράσει με την παρουσία του την πίστη του ότι ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης ήταν έντιμος πολιτικός και πιστός πατριώτης. Μετά την ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο εξέτασε τα παραπάνω αναφερόμενα καθώς και τα σχετικά επίσημα έγγραφα που κατατέθηκαν, και δέχθηκε ότι «αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη του παππού του αιτούντος και των προειρημένων συγκατηγορουμένων του νέα γεγονότα και αποδείξεις άγνωστα στους δικαστές του Έκτακτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών, τα οποία σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί  στο εν λόγω Δικαστήριο, καθιστούν φανερό ότι οι ανωτέρω καταδικασθέντες (παππούς του αιτούντος και συγκατηγορούμενοι του) ήσαν αθώοι των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες είχαν κατηγορηθεί.

Κατ’ ακολουθίαν των παραπάνω (Δια ταύτα), κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη του Δικαστηρίου, καθίσταται φανερό, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 525 παρ.1 αρ. 2 ΚΠοινΔ, που να εγγίζει την βεβαιότητα, ότι ο παππούς του αιτούντος πρώην Πρωθυπουργός Πέτρος Πρωτοαπαδάκης και οι λοιποί συγκαταδικασθέντες το 1922 με αυτόν στη «Δίκη των Έξι» πολιτικοί και στρατιωτικοί άνδρες ήσαν αθώοι των ανωτέρω εγκλημάτων εσχάτης προδοσίας της χώρας   κλπ. για   τα οποία καταδικάσθηκαν αμετάκλητα σε θάνατο    και εκτελέστηκαν, και πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση».             

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 28/6/2009. Για να ολοκληρωθεί η διαδικασία, ήταν απαραίτητο να προχωρήσει το Δικαστήριο από το «πρέπει να γίνει δεκτή» στο «δέχεται την κρινομένη αίτηση». Για τον λόγο αυτόν παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Η Ολομέλεια έκρινε παμψηφεί, σύμφωνα με την εισήγηση του αντεισαγγελέα κ. Κονταξή, ότι η απόφαση του Τμήματος είναι ισχυρή, οριστική και αμετάκλητη, αλλά έπρεπε να συμπληρωθεί το ‘‘Διά ταύτα’’ από το ίδιο Τμήμα, πράγμα που έγινε με την απόφαση 1675/2010.

Στις 20 Οκτώβρη 2010 το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του και έκανε δεκτή την αίτηση του Μιχαήλ Πρωτοπαπαδάκη, κρίνοντας αθώους τους έξι καταδικασθέντες σε θάνατο από το Έκτακτο Επαναστατικό Δικαστήριο Αθηνών. Με την απόφαση 1675/2010 το Ζ’ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου ακυρώνει την απόφαση του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών ως προς όλους τους καταδικασμένους για εσχάτη προδοσία και παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 1675/2010    ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ – Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ  

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξυνό, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

   Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημα του στις 12 Μαίου 2010 (συνεδρίαση ανοικτή στο κοινό), προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Μιχαήλ Πρωτοπαπαδάκη του Αριστείδη, κατοίκου Εκάλης Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βασιλάτο, για Επανάληψη της Διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την από 15 Νοεμβρίου 1922 απόφαση του Έκτακτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών, και συμπλήρωση της υπ’ αριθ. 1533/2009 απόφασης του Ζ΄ ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου. Η εισαγγελική πρόταση, μετά μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορική και φιλοσοφική αναδρομή, ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση του Μιχαήλ Πρωτοπαπαδάκη του Αριστείδη, εγγονού του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, υπέρ του εκτελεσθέντος και κατ’ επέκταση, σύμφωνα με το νόμο, υπέρ των λοιπών συγκατηγορουμένων του, επειδή υπήρξαν προφανώς αθώοι, αφού ο ελληνικός στρατός είχε αναλάβει έργο κατά πολύ ανώτερο των δυνάμεών του. Η δε από 15/11/1922 απόφαση του Έκτακτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών πρέπει να ακυρωθεί.

Στην συνεδρίαση αυτήν παρουσιάσθηκε και αίτηση Πολιτικής Αγωγής που υπέβαλαν οι Σύλλογοι Μικρασιατικών Προσφύγων. Με αυτήν ζητούσαν από τον Άρειο Πάγο να δεχθεί, ότι ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης προκάλεσε ηθική και υλική ζημία στους τότε κατοίκους της Μικράς Ασίας και για τον λόγο αυτόν να εγκρίνει την καταβολή εκ μέρους του Μιχαήλ Πρτοπαπαδάκη του συμβολικού ποσού των 10ευρώ προς τους Συλλόγους ως αποζημίωση. Η αίτηση αυτή δεν ήταν δυνατόν να γίνει δεκτή, πρώτον επειδή στηριζόταν στην απόφαση του Στρατοδικείου του 1922, η οποία είχε ήδη κατ’ ουσίαν καταργηθεί με την απόφαση 1533/2009, και δεύτερον, επειδή ο νόμος προβλέπει να υποβάλλονται τέτοιες αιτήσεις στην αρχική δίκη, δηλαδή σ’ εκείνην του 1922. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο επέτρεψε την παρουσίαση της αίτησης ‘‘κατ’ οικονομίαν’’, για να δείξει,  άλλη μια φορά, την συμπάθεια του Κράτους προς το δράμα των θυμάτων της φοβερής τραγωδίας. 

Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο, κατέληξε στο παρακάτω συμπέρασμα (Διά ταύτα):

ΑΠΟΒΑΛΛΕΙ την πολιτική αγωγή που ασκήθηκε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, από το σωματείο με την επωνυμία «ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ»,

     ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη συμπλήρωση της υπ’ αριθ. 1533/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου κατά το ελλείπον διατακτικό (Δια ταύτα) αυτής,

     ΔΕΧΕΤΑΙ την από 20-1-2008 (με αριθ. πρωτ. 1349/2008) αίτηση του Μιχαήλ Πρωτοπαπαδάκη του Αριστείδη, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την από 15 Νοεμβρίου 1922, χωρίς γνωστό αριθμό, απόφαση του Έκτακτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών,

       ΑΚΥΡΩΝΕΙ την παραπάνω απόφαση, και

ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη κατά των καταδικασθέντων με την άνω απόφαση

Η διαμαρτυρία της Ομοσπονδίας Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδας, μπροστά από τον Άγνωστο Στρατιώτη (Βουλή), για την απόφαση επανάληψης της «Δίκης των Έξι».

————————————————————————— *29/8/1922 είναι ακριβώς 13 μέρες πριν από το στρατιωτικό κίνημα που είχε ξεσπάσει στη Χίο.

*Ο Μαρσεγί ήταν ο επιτετραμμένος της Γαλλίας στην Αθήνα ο οποίος υποπτεύεται με βάση μάλλον τις ενημερώσεις του από τη Σμύρνη τι επρόκειτο να συμβεί τις επόμενες μέρες, αφού το στράτευμα επέστρεφε απογοητευμένο από το αποτέλεσμα των λανθασμένων χειρισμών της κυβέρνησης και των εκεί εκπροσώπων του ελληνικού κράτους, πολιτικών μα ιδιαίτερα στρατιωτικών.

 

*Ο Ευθύμης Γ. Λεκάκης είναι Νομικός, Οικονομολόγος, Ιστορικός Ερευνητής, Συγγραφέας

Επικαιρότητα

spot_img

Newsroom