Σάββατο, 22 Ιανουαρίου, 2022
ΑρχικήStoriesΧριστούγεννα 1963: Η πρώτη άδεια του μετανάστη- Οι γονείς πρόσφυγες, Τα...

Χριστούγεννα 1963: Η πρώτη άδεια του μετανάστη- Οι γονείς πρόσφυγες, Τα παιδιά μετανάστες

Χριστούγεννα 1963.

Η πρώτη άδεια του μετανάστη.

Οι γονείς πρόσφυγες,

Τα παιδιά μετανάστες.

Του Γεωργίου Μάνου*

«Πότε κιόλας διάβηκαν τέσσερες βδομάδες, οι ρημάδες! Θαρρείς και ήταν εχτές!» σκέφτεται κουκουλωμένος ο Θεοχάρης στο κουπέ του Ακρόπολις Εξπρές για το Μόναχο. Νιώθει στο στόμα του την πίκρα του αποχωρισμού. Πόσο αλλιώτικο ήταν το ταξίδι του ερχομού στην Ελλάδα! Είχε μια γλύκα, τη γλύκα της προσμονής. Το θυμάται με νοσταλγία.

Ήταν η πρώτη του άδεια, ύστερα από δυο χρόνια και δυο μήνες στη Γερμανία. Πολλοί Έλληνες που δούλευαν μαζί του, έρχονταν στην Ελλάδα δυο φορές το χρόνο. Χριστούγεννα και καλοκαίρι. Εκείνος, για να μην ξοδευτεί, έκανε κουράγιο. Πώς βάστηξε, η καρδιά του το ξέρει! Παρηγοριά του, οι φωτογραφίες και το γράμμα που έπαιρνε κάθε βδομάδα. Όσο, όμως, περνούσε ο καιρός, η νοσταλγία του θέριευε. Μέρα και νύχτα, ο νους του στους δικούς του. Κι όταν, τον Οκτώβριο του ’63, έκλεισε δυο χρόνια, ένιωσε πως δεν αντέχει άλλο και το πήρε απόφαση. «Τα Χριστούγεννα θα πάω! Μπαΐλντισα*!»

Στις αρχές Νοεμβρίου, πάνω που σκεφτόταν να πιάσει τον επιστάτη, τον φώναξε εκείνος στο γραφείο του.

«Τεό –έτσι κατάντησε το Θεοχάρης στα γερμανικά–, έρχονται Χριστούγεννα και θαρρώ πως είναι καιρός να πας στους δικούς σου. Δυο χρόνια είναι πολλά. Τους αποθύμησες και σ’ αποθύμησαν. Σ’ το λέω από τώρα, να κοιτάξεις για εισιτήρια. Μπορείς να λείψεις τρεις εβδομάδες, άμα θέλεις και τέσσερις».

Συμφώνησε στις τέσσερις κι άρχισε τις ετοιμασίες. Μόλις σχολούσε απ’ τη δουλειά, έτρεχε με χαρά να ψωνίσει δώρα για τη φαμίλια του και τους συγγενείς του. Μπορεί όλον τον καιρό να υπολόγιζε και το ένα μάρκο, μα τώρα ξόδευε και χαιρόταν. Σε κάθε δώρο, τύλιγε μέσα και την αγάπη του. Ιδίως όταν αγόρασε το αυτοκινητάκι για τον Νικολάκη του, βούρκωσε κιόλας. Στο τέλος, χρειάστηκε ν’ αγοράσει και μια καινούργια βαλίτσα για να τα χωρέσει.

Στις 20 Δεκεμβρίου ήταν μέσα στο «Ακρόπολις Εξπρές». Από εκείνην την ώρα, η καρδιά του χτυπούσε αλλιώς. Λαχταρούσε να φτάσει, ν’ ανταμώσει τους δικούς του. Κι όσο κόντευε στην Ελλάδα, τόσο μεγάλωνε η λαχτάρα του. Απ’ τα μισά κι ύστερα, το ρολόι κόλλησε. Δυο χρόνια τα άντεξε, αλλά αυτές οι λίγες ώρες, που απόμειναν, έμοιαζαν χρόνος!

Πιο πολύ λαχταρούσε να δει το γιο του. Τον ήξερε μόνο απ’ τις φωτογραφίες. Κάθε βράδυ που γύρναγε απ’ τη δουλειά, αυτές κοίταγε. Πόσες φορές τις έβγαλε και τις έβαλε στο συρτάρι του! «Ο Νικολάκης τρία μηνού», «ο Νικολάκης περπατάει», «τα πρώτα του γενέθλια»… Στη μια με τη μαμά του, στην άλλη με τον παππού και τη γιαγιά, στην τρίτη με άλλα παιδάκια… Τελευταία, η φωτογραφία απ’ τη βάφτιση. Την κοίταγε και δάκρυζε. Δεν αξιώθηκε να είναι εκεί, μια τέτοια μέρα.

Τώρα, όμως, θα είχε ένα μήνα ολόκληρο να τον χαρεί! Βιαζόταν να τον αγκαλιάσει, να του δώσει τα δώρα του, να πάρει χαρά. Κι αυτή η ρημάδα η Γιουγκοσλαβία ατελείωτη! Προσπαθούσε να τον φέρει στο νου του. «Μα… όχι!» Άνοιξε το πορτοφόλι του. Μέσα στη ζελατίνα, η «εβδομαδαία» που κουβαλούσε πάντα μαζί του. Η μάνα, ο πατέρας, η Αναστασία κι ο Νικολάκης δυο χρόνων. Την έβγαλαν πριν τρεις μήνες στο «Φωτογραφείον ο Κυριάκος» της Έδεσσας, επιτούτο για να του τη στείλουν. Κοίταξε και ξανακοίταξε τον γιο του. Τώρα θα μεγάλωσε κι άλλο. Άραγε θα ερχόταν στην αγκαλιά του ή θα έκλαιγε και θα κλωτσούσε να φύγει; Θα τον φώναζε «μπαμπά»; Δεν το πίστευε. Ήξερε πως η Αναστασία τού μιλάει για τον μπαμπά του, του δείχνει φωτογραφίες, μα με τις φωτογραφίες μπαμπάς δεν γίνεσαι. Το παιδί χρειάζεται αγκαλιά και χάδια. Και τώρα είχε μονάχα της Αναστασίας. Λεχούσα την άφησε την καημένη, ασαράντιγη, κι ένιωθε ενοχές που την παράτησε άρον άρον, μα δεν γινόταν αλλιώς. Είχε την πρόσκληση κι έπρεπε να φύγει. Ευτυχώς ήταν σε καλά χέρια. Η μάνα του λέει «Αναστασία» και τρέχουν σιρόπια απ’ το στόμα της. Όσο για τον πατέρα του: «Γυναίκα, όσο θα λείπει ο Χάρης, μονάχα μια έννοια θα έχεις, την Αναστασία μας και το παιδί. Τα άλλα άσ’ τα σε μένα» είχε πει στη Φωτεινή. «Α, ρε πατέρα, όλο για τους άλλους νοιάζεσαι!»

Βιαζόταν να δει και την πατρίδα του, την Έδεσσα, που την αποθύμησε τόσο! Να πάει στο καφενείο του μπαρμπα-Κωνσταντή, ν’ ανταμώσει τους παιδικούς του φίλους, να παίξει μαζί τους σκαμπίλια, να πιούνε ένα ρακί, μια ρετσίνα. Να πάει στην εκκλησία, να νιώσει Χριστούγεννα. Να περπατήσει έξω, στα χωράφια, να τον δει ο ήλιος, να τον φυσήξει ο καθαρός αγέρας, ν’ ανοίξει ο νους του. Ν’ ακούσει τα πουλιά του τόπου του που λαλούν αλλιώτικα, και το κελάρυσμα του νερού στο «Κιούγκι» που μοιάζει με γλυκό νανούρισμα.

Κι όταν, επιτέλους, το τρένο μπήκε στην Ελλάδα και η μεγάλη ώρα ζύγωσε, βιαζόταν ακόμη περισσότερο. Σφάλισε τα μάτια κι από μπροστά του άρχισαν να περνούν όλα όσα λαχταρούσε να ζήσει. Έβλεπε τους δικούς του να τρέχουν να τον καλωσορίσουν, και να χάνεται στις αγκαλιές και τα φιλιά τους. Κι ύστερα μες στη ζεστή κάμαρη, κοντά στη σόμπα, να κουβεντιάζουν όλοι μαζί με τις ώρες για τα εδώ και για τα εκεί, μέχρι να χορτάσει ο ένας τον άλλον. Και στο τραπέζι, με συντροφιά το ρακί και το μπρούσκο απ’ το αμπελάκι τους, να λένε κουβέντες δικές τους, χωριάτικες, καθαρές σαν το γάργαρο νερό, που χαϊδεύουν την καρδιά και γαληνεύουν την ψυχή. Κι απάνω στα μεράκια τους, να πιάσουν όλοι μαζί τα τραγούδια της μακρινής πατρίδας, της Προποντίδας και της Μικρασίας, και να χορέψει με τον πατέρα του μια ζεμπεκιά όπως συνήθιζαν στα γλέντια. Και πριν το σχολάσουν, να κλείσει ο «μπαρμπα-Νικόλας» τα μάτια του και να πιάσει τον αμανέ του «Δεν πάν’ οι πόνοι στα βουνά… είναι για τους ανθρώπους», που ταίριαζε με την τυραννισμένη ζωή του, κι ολόγυρα να μην ακούγεται τσιμουδιά, σαν σε εκκλησία.

Μ’ αυτούς τους λογισμούς, κατέβαινε χαρούμενος πριν ένα μήνα στην Ελλάδα, ν’ ανταμώσει με λαχτάρα τους δικούς του. Τώρα, στο τρένο της επιστροφής, με μια πικρή γεύση στο στόμα, αναπολούσε τις όμορφες στιγμές που έζησε κοντά τους.

Πέρασε τόσο ωραία! Καλύτερα κι απ’ ό,τι φανταζόταν. Η Αναστασία του δεν ξεκολλούσε απ’ τον «Χαρούλη» της και με κάθε τρόπο έδειχνε την αγάπη της. Δυο χρόνια τον στερήθηκε. Ο γιος του, που τον άφησε τριάντα ημερών, στην αρχή ούτε που τον ζύγωνε, μα σιγά σιγά τον συνήθισε και κούρνιαζε στην αγκαλιά του. Τις τελευταίες μέρες, τον φώναζε και «μπαμπά», κι εκείνος κατουριόταν απάνω του. Είδε και την αδερφή του, τη Γιαννούλα, που ήρθε με τον άντρα της και τα παιδιά της απ’ τη Θεσσαλονίκη κι έκαναν όλοι μαζί Πρωτοχρονιά.

Όσο για τους γονείς του, δεν ήξεραν πώς να του δείξουν τη χαρά και την αγάπη τους. Ήρθε ο μοναχογιός τους κι άνοιξε το σπιτικό τους! Η μάνα του, θυσία. Πίτες, γλυκά, φαγιά… ό,τι ήθελε ο γιόκας της. Κι ο πατέρας του έμπαινε κι έβγαινε σιγοτραγουδώντας. Κι όλο τον ρωτούσε για τη δουλειά του και για τη ζήση του στη Γερμανία. Με καμάρι τον πήρε τη δεύτερη κιόλας μέρα να του δείξει το καινούργιο του σπίτι.

«Όσα μάρκα μας έστειλες ως τα σήμερις, αγόρι μ’, ούλα εδώ έπεσαν, σ’ αυτά τα ντουβάρια και την πλάκα. Παραόξω μήτε δεκάρα. Το σπιτικό μας το γυρνούμε με τα χωράφια και τις γελάδες. Κάμνουμε οικονομία. Την άνοιξη που θα καλοσυνέψει ο καιρός, θα βάλουμε μπρος τη σκεπή και τα κουφώματα. Να τελειώσει με το καλό το σπιτάκι σου, να μάσεις και κομμά* σερμεγιέ και να γυρίσεις, αγόρι μ’, κοντά στη γυναίκα σ’ και το παιδί σ’. Να σε βλέπουμε κι εμείς στα γεροντάματα» του είπε την ώρα που γύριζαν από κάμαρη σε κάμαρη. Ο Θεοχάρης έβλεπε το σπίτι του να προχωρεί και χαιρόταν που οι στεναχώριες της ξενιτιάς έπιασαν τόπο.

Ένας λόγος που ξενιτεύτηκε ήταν κι αυτό το σπίτι. Εκεί που έμενε με τους γονείς του, στα προσφυγικά της Έδεσσας, ήταν μικρό, του εποικισμού, και δεν τους χωρούσε. Δυο καμαράκια κι ένα κουζινάκι. Ήθελε ένα σπίτι δικό του. Μόλις παντρεύτηκε, τον Σεπτέμβριο του ’60, σήκωσε θεμέλια κι έριξε και την κάτω πλάκα. Δούλευε τότε σ’ ένα εργοστάσιο χαλιών και πληρωνόταν καλά. Στο εξάμηνο, όμως, απ’ τον γάμο του τον σταμάτησαν, γιατί οι δουλειές έσπασαν. Από κει κι ύστερα τα πράγματα δυσκόλεψαν πολύ. Το σπίτι απόμεινε γιαπί. Όπου έβρισκε μεροκάματο έτρεχε, αλλά μεροδούλι, μεροφάι. Έρχονταν μέρες που δεν είχε στην τσέπη του δραχμή και ψώνιζε με το τεφτέρι. Τα λίγα χωραφάκια κι οι πέντε αγελάδες του πατέρα του δεν έφταναν. Το γύρισε από δω, το γύρισε από κει, άρχισε να σκέφτεται τα ξένα. Ήταν κι οι μέρες τέτοιες, που όλοι για την ξενιτιά κουβέντιαζαν. Στο καπηλειό της γειτονιάς του, το ηλεκτρόφωνο όλο τραγούδια του Καζαντζίδη έπαιζε.

Στις φάμπρικες της Γερμανίας

και στου Βελγίου τις στοές,

πόσα παιδιά σκληρά δουλεύουν

και κλαιν’ οι μάνες αχ μοναχές…

 

Η Αναστασία του έβλεπε που δεν μπορούσαν να τα φέρουν βόλτα, μα δεν ήθελε και να τον αποχωριστεί. Στην αρχή δεν δεχόταν ούτε να το κουβεντιάσει. Ήταν και νιόνυφη…

«Ακόμα δεν παντρευτήκαμε, Χαρούλη μου, να χωρίσουμε; Πολύ βαρύ μ’ έρχεται, δε θα το αντέξω… Θα με λείψεις πολύ…» του είπε με παράπονο.

«Κι εσύ θα με λείψεις, Αναστασία. Θαρρείς εγώ θέλω να φύγω; Μα θα κάμουμε υπομονή τρία τέσσερα χρονάκια, όσο να πατήσουμε στα ποδάρια μας. Αλλιώς δεν γένεται. Την κατάντια μας τήνε βλέπεις… Πώς θα ζήσουμε; Όμως να ξεύρεις, ο νους μου θα είναι σε σένα» της αποκρίθηκε και την αγκάλιασε.

Σιγά σιγά η Αναστασία το χώνεψε. Στο κάτω κάτω δεν θα πήγαινε για πάντα.

«Μόνε να, βρε Χαρούλη μου, να ήτανε να γεννήσω πρώτα κι ύστερα να φύγεις. Να μην είσαι εδώ εκείνη την ώρα; Θέλω να σε νιώθω κοντά μου, κακό είναι;» του είπε και την πήρανε τα δάκρυα.

Οι γονείς του, όταν τους το είπε, δαγκάθηκαν αλλά δεν μίλησαν. Δεν ήθελαν να σταθούν εμπόδιο. Έβλεπαν κι αυτοί πως στην Ελλάδα προκοπή δεν είχε.

«Eεε!… Άμα ήμασταν τώρα στην Πατρίδα, δε θα είχατε ανάγκη νε* τις Γερμανίες νε τις Αυστραλίες. Θα τα είχατε ούλα. Το σπίτι σας, τ’ αμπέλια σας, τα χωράφια σας, τη βάρκα σας… Τέλος, αφού αντέξαμε την προσφυγιά, θ’ αντέξουμε και την ξενιτιά. Θα τον ανέβουμε κι αυτόνα τον ανήφορο. Απ’ την Πατρίδα έδιωξαν εμάς, απ’ την Ελλάδα διώχνουνε τα παιδιά μας» είπε ο πατέρας του.

«Να κάμεις ό,τι σε φωτίσει ο Θεός, αγόρι μ’. Και για την Αναστασία, μη φοβάσαι. Εμείς θα είμαστε δίπλα της» αποκρίθηκε η μάνα του, που ένιωθε τη στεναχώρια να την πνίγει, μα δεν φανερωνόταν.

Το καλοκαίρι του ’61, ήρθε με άδεια απ’ το Μόναχο ένα γειτονάκι τους, ο Χρυσάφης. «Χάρη, μη χολοσκάς! Στη BMW που δουλεύω, χρειάζονται εργάτες. Μόλις γυρίσω απ’ την άδεια, θα μιλήσω στη φίρμα μου να σε κάμει πρόσκληση. Θα έρθεις και θα μίσκουμε μαζί στην ίδια κάμαρη» είπε στον Θεοχάρη και τον ξεσήκωσε.

Όμως, προτού φέρει ο ταχυδρόμος την πρόσκληση, έφερε ο πελαργός τον γιο. Ήταν 25 Σεπτεμβρίου του ’61. Όλοι τους έδειχναν χαρούμενοι, αλλά από μέσα τους ήταν μουδιασμένοι. Και μούδιασαν περισσότερο, όταν μπαίνοντας ο Οκτώβριος ήρθε και η πρόσκληση. Με την καρδιά σφιγμένη, ο Θεοχάρης αποχαιρέτησε τους δικούς του, άφησε ασαράντιγη την Αναστασία του και πήρε το «Ακρόπολις Εξπρές». Ανήμερα του Αγίου Δημητρίου ήταν στο Μόναχο.

*Γεώργιος Μάνος

Η ΨΥΧΗ ΤΟΥΣ ΟΜΩΣ ΕΜΕΙΝΕ ΠΙΣΩ

Ιστορικό μυθιστόρημα

Εκδόσεις Λόγος & Εικόνα

Απόσπασμα

Επικαιρότητα

spot_img

Newsroom