Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου, 2022
ΑρχικήStoriesΑρχαίες ελληνικές πόλεις Μικράς Ασίας - Η Φώκαια

Αρχαίες ελληνικές πόλεις Μικράς Ασίας – Η Φώκαια

Ευθύμης Λεκάκης

Του Ευθύμη Λεκάκη*

Είναι αρκετοί οι σοφοί, κυρίως Ευρωπαίοι ερευνητές, που ασχολήθηκαν με την αρχαία ιστορία της Φώκαιας αρχής γενομένης από τον F. Thisquen, ο οποίος συνέγραψε το Phocaica, Dissertatio philologica, Bonnae 1843 και παλαιότερον τον Φωκιανό Αθ. Παπαδόπουλο-Κεραμέα, ο οποίος συνέγραψε μικρή μεν, αλλά σπουδαία μελέτη με τίτλο Φωκαϊκά, Ιστορική και τοπογραφική μελέτη μετά επτά εικόνων και ενός τοπογραφικού χάρτου, Σμύρνη 1879. Στις μέρες μας ένα πιστό και αφοσιωμένο τέκνο της Φώκαιας, ο γιατρός κ. Ν. Χόρμπος έγραψε την μονογραφία Παλαιά Φώκαια, Θεσσαλονίκη 1988, ενώ το 2009 κυκλοφορήθηκε η μελέτη του Γάλλου μηχανικού και αρχαιολόγου Felix Sartiaux με τίτλο Φώκαια 1913-1922. Η μαρτυρία του Felix Sartiaux, εκδόσεις Ριζάριο Ίδρυμα, Αθήνα 2008. Η Φώκαια είναι σήμερα ακριβώς στη θέση που ιδρύθηκε και καθώς την περιγράφει ο Λίβιος. Με ένα λόγο ο σημερινός επισκέπτης διακρίνει την Φώκαια να διαχωρίζεται στα δύο από εσοχή που εισέρχεται στον κυκλοτερή φωκαϊκό κόλπο και να σχηματίζει δύο μικρά λιμάνια, γνωστά σήμερα ώ Μεγάλος Γιαλός (στο νότιο μέρος) και ως Μικρός Γιαλός (στο βόρειο). Ο Μεγάλος Γιαλός στα αρχαία χρόνια ήταν γνωστός ως Ναύσταθμος εκ του λόγου ότι σ’ αυτόν αγκυροβολούσαν τα φωκαϊκά και ξένα πλοία. Εκεί τότε, κατά τους αρχαίους χρόνους, λειτουργούσαν το διοικητήριο, το τελωνείο και τα μεγάλα εμπορικά καταστήματα. Σαν να μην άλλαξε τίποτε από τότε ως το 1922, αλλά και μετά από αυτό είναι εγκαταστημένες οι ίδιες υπηρεσίες και τα ίδια καταστήματα (Παπαδόπουλου-Κεραμέως, Φωκαϊκά, σελ.3-4, όπου η παραπομπή στον Λίβιο)

Από τους αρχαίους χρόνους η Φώκαια θεωρούνταν το όριον μεταξύ Ιώνων και Αιολέων. Ο Στράβων, γράφοντας με οπτική τη Σμύρνη, μας πληροφορεί: «Μετά δέ Σμύρνην αἱ Λεῡκαι πολίχνιον ….Μετά δέ Λεύκας Φώκαια ἐν κόλπῳ…εἲθ’οἱ ὅροι τῶν Ὶώνων καί τῶν Αἰολέων», Στράβων, 616.

Δυστυχώς στους αρχαίους συγγραφείς δεν υπάρχουν αναφορές για τους προ των Φωκαέων κατοίκους, γι αυτό άλλοι εικάζουν ότι προηγήθησαν οι Λέλεγες και άλλοι ότι πρώτοι κάτοικοι ήταν οι Φρύγες. Το βέβαιον είναι ότι η Φώκαια κατοικήθηκε κατά την λίθινη εποχή (Ο Αθ. Παπαδόπουλου-Κεραμέως έγραψε γι αυτό ειδική μελέτη (φυλλάδιο) τιτλοφορούμενη «Η λίθινη εποχή εν τη Μικρά Ασία, Σμύρνη 1875») και ακόμη πλέον βέβαιον ότι κατοικήθηκε κατά τους προϊστορικούς χρόνους, όπως μαρτυρούν λαξευμένοι τάφοι διαφόρων μεγεθών, οικιακά κατασκευάσματα κ.α. Από τα πλέον ενδιαφέροντα διασωθέντα μνημεία αυτής της εποχής γνωστά είναι ως σήμερα ο Λουτρός και η Πελεκητή.

Ο Παυσανίας υποστηρίζει ότι η Φώκαια ιδρύθηκε από λαούς της Φωκίδας οδηγούμενοι από τον Φιλογένη και τον Δάμωνα, που ακολούθησαν τους Ίωνες στη Μ. Ασία (Ο Στράβων αναφέρει ως μόνον οικιστή το Φιλομένη, βιβλ. ΧΝ, 633 βλ. & Ν. Χόρμπου, Παλαιά Φώκαια Μικράς Ασίας, εκδ. Γράμμα, Θεσσαλονίκη 1988 σελ.32-40). Άλλοι αρχαίοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η Φώκαια εξέλαβε το όνομά της από τον ηγεμόνα Φώκο, που είδε να εξέρχεται φώκια στην ξηρά. Γράφει πάνω σ’ αυτή την εκδοχή ο Ηρακλείδης ο Ποντικός: «Φώκαιαν οι μεν από Φώκου ηγεμόνος ωνομάσθαι, οι δε ότι Φώκην εις το ξηρόν είδον εκβαίνουσαν» (Mueller, Fragmenta historica graeca II, σελ.223) και ο Στέφανος Βυζάντιος στο λήμμα Φώκαια «… εκλήθη δια το πολλάς ακολουθήσαι φώκας τοις κτίσασιν», ότι δηλ. τους οικιστές ακολουθούσαν πολλές φώκες. Και φαίνεται ότι η παράδοση αυτή συνεχίσθηκε και στους επόμενους αιώνες κατά τους οποίου οι Φωκαείς έκοπταν νομίσματα που έφεραν στην όψη τους την φώκια. Άλλοι πάλι, θέλουν ως οικιστές της Φώκαιας του Ορχομενίους, της περιοχής δηλαδή της Φωκίδος, άποψη που συμπίπτει με αυτή του Παυσανία.

Φώκαια Μικράς Ασίας 1914, φωτογραφία του Γάλλου αρχαιολόγου Φελίξ Σαρτιώ.

Τα χρόνια της ακμής της συνέπεσαν με τους δύο «χρυσούς αιώνες της Μιλήτου» (700-500π.Χ.). Ο ανταγωνισμός που δημιουργήθηκε μεταξύ της Φώκαιας και της γειτονικής και ζάμπλουτης Μιλήτου, ανάγκασε τους Φωκαείς ν’ αναζητούν νέες αποικίες, σε μακρινές θάλασσες. Από την άλλη, όμως, τούτο, ήταν και πολύ θετικό, επειδή με αυτά τους τα αναγκαστικά ταξίδια έγιναν αξεπέραστοι ναυτικοί και ναυπηγοί, κατασκευάζοντας μάλιστα πρώτοι την πεντηκόντορα, ένα μεγάλο σκάφος με 50 κουπιά (25 σε κάθε πλευρά) που πολλοί τα ονόμαζαν «ξύλινα τείχη» και όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος (Α’ 163), μ’ αυτά ταξίδευαν στις εσχατιές της Δυτικής Μεσογείου.

Η τάση των Φωκαέων στον αναχωρητισμό, έλαβε μαζική μορφή μετά την περσική κατάκτηση, οπότε προτίμησαν να φύγουν με τα πλοία τους, αφού πρώτα εξόντωσαν την περσική φρουρά, παρά να γίνουν υποτελείς των περσών.

«Εδώ περί το έτος 600 π. Χ. αποβιβάστηκαν Έλληνες ναυτικοί προερχόμενοι από τη Φώκαια πόλη Ελληνική της Μικράς Ασίας. Ίδρυσαν τη Μασσαλία απ’ όπου έλαμψε ο πολιτισμός τον Δυτικό κόσμο»

Οι πρώτες αποικίες των Φωκαέων ήταν η Λάμψακος, αλλά και η μακρινή Αμισός (Σαμσούς) του Ευξείνου Πόντου. Από τις αποικίες που ίδρυσαν στην Δυτική Ευρώπη ήταν η Αλερία ή Αλαλία στην Κορσική. Στην Κορσική οι Φωκαείς έκτισαν ναούς, οικοδομήματα, αλλ’ η εμπορική τους δραστηριότητα κίνησε την αντιζηλία τω Τυρρηνών και Καρχηδονίων που επιτέθηκαν κατά των Φωκαέων με 60 ο καθένας πλοία και στην ναυμαχία νίκησαν μεν οι Φωκαείς, αλλ’ η νίκη τους ήταν καδμεία, αφού έχασαν 40 πλοία, ενώ τα υπόλοιπα του στόλου τους κατέστησαν άχρηστα λόγω βλάβης των εμβόλων τους.  Νέος σταθμός των περιπετειών τους ήταν το Ρήγιο, όπου πληροφορήθηκαν την απάνθρωπη τιμωρία των συλληφθέντων από τους Καρχηδονίους και Τυρρηνούς συμπατριωτών τους. Εφονεύθησαν δια λιθοβολισμού. Στο Ρήγιο οι περιπλανώμενοι Φωκαείς έκτισαν το 545 π.Χ. την Υέλη ή Ελέα ή Θύελα. Επίσης ίδρυσαν και τα δύο γαλλικά λιμάνια της Μασσαλίας και της Αντίπολης (σημερινή Αντίμπ της Γαλλίας) και την επίσης παράλια πόλη Αγάθη. Αξίζει να αναφερθεί ότι οι σημερινοί κάτοικοι της Μασσαλίας αλλά και γενικότερα ολόκληρης της νότιας Γαλλίας, αισθάνονται πολύ περήφανοι για την ελληνική τους καταγωγή που οφείλεται στους Φωκαείς αποίκους. Ο γαλάτης βασιλιάς Νάννος, υποδέχτηκε τους Φωκαείς φιλόξενα και τους προσκάλεσε σε τραπέζι που κατά το οποίο η κόρη του, Γύπτη, θα διάλεγε τον σύζυγο που θα παντρευόταν, η οποία πρόσφερε την συμβολική δεσμευτική κούπα στον ηγέτη των Φωκαέων, τον Πρώτη. Έτσι δημιουργήθηκαν δεσμοί αίματος ανάμεσα σε Έλληνες και Γαλάτες, οι οποίοι, από κοινού ίδρυσαν τη Μασσαλία. Ακόμα και σήμερα, 2.700 χρόνια από τότε, οι Μασσαλιώτες, με περηφάνεια αποκαλούν τη γενέτειρά τους «Φωκιανή πολιτεία».

Ο ιστορικός Ιουστίνος, αναφέρει επί λέξει: (μετάφραση από την λατινική): «Απ’ αυτούς τους Μασσαλιώτες, διδάχθηκαν οι Γάλλοι να έχουν πολιτισμένο βίο, να καλλιεργούν τα χωράφια, να υψώνουν τείχη στις πόλεις τους. Από τότε (οι Γάλλοι) έμαθαν τους νόμους, να μη ζουν με τα όπλα, και να ζουν καλλιεργώντας αμπέλια και ελαιώνες. Απ’ εδώ (την Μασσαλία) διοχετεύθηκε η λαμπρότητα στους ανθρώπους και στα πράγματα, και έτσι μετατέθηκε όχι η Ελλάδα στην Γαλλία, αλλ’ η Γαλλία στην Ελλάδα». Η ακμή της Φώκαιας διακόπηκε όταν ο βασιλεύς των Λυδών Κροίσος επεξέτεινε το κράτος προς δυσμάς και υπήγαγε την Φώκαια και τις λοιπές Ιωνικές πόλεις. Συμπλήρωνε έτσι η Φώκαια τέσσερις αιώνες ελεύθερου βίου, με δικούς της βασιλείς και ύστερα βρισκόταν κυβερνώμενη από αριστοκρατικό πολίτευμα. Κέντρο των Φωκαέων ήταν το Πανιώνιον. Κατά τις πηγές, μολονότι καταλύθηκε η βασιλεία από τους αριστοκράτες, ωστόσο εξακολουθούσε υφισταμένη ψιλώ ονόματι, οι δε βασιλείς έφεραν πορφυρούν ένδυμα, δείγμα της βασιλικής γενιάς των Κοδριδών. Αλλ’ η κυριαρχία του Κροίσου επί της Φωκαίας διήρκησε μόνον 14 έτη, καθόσον ο βασιλεύς των Περσών Κύρος κατέλυσε το κράτος του Κροίσου, αφού προηγούμενα ζήτησε για την κατάλυσή του την βοήθεια των Ιώνων, την οποία αυτοί αρνήθηκαν, πιστεύοντας ότι ήταν αδύνατο ο Κύρος να νικήσει τον πολυπληθή στρατό του Κροίσου. Και όταν οι Ίωνες πληροφορήθηκαν την κατάληψη των  Σάρδεων του Κροίσου, έστειλαν πρεσβεία στον Κύρο για εκούσια υποταγή τους. Ο Κύρος τους απήντησε με ανατολικό μύθο σχεδόν ειρωνικά και τότε οι Φωκαείς περιτείχισαν την πόλη τους με δαπάνη του συμμάχου τους, Αργανθώνιου, βασιλιά της ισπανικής πόλης Ταρτησσού (Παπαδόπουλου-Κεραμέως, ο.π., σελ. 22. Ο Ηρόδοτος Ι, 163 γράφει γι’ αυτό: «Ο δε (Αργανθώνιος) πυθόμενος τον Μήδον παρ’αυτών ως αύξοιτο, εδίδου στι χρήματα περιβαλέσθαι τηνπόλιν, εδίδου δε αφειδέως και γαρ και η περίοδος του τείχεως ούκ ολίγοι στάδιοί εισί, τούτο δε πάν λίθων μεγάλων και εύ συναρμοσμένων).

Η Φώκαια, ως επίκαιρη πόλη στο Αιγαίο, αποτέλεσε το ορμητήριο των Περσών και του στόλου τους κατά την εκστρατεία του Ξέρξη κατά της Ελλάδος και όταν αυτή απέτυχε με τα γνωστά αποτελέσματα, η Φώκαια υπήχθη στην αθηναϊκή ηγεμονία, μαζί και με τις άλλες ιωνικές πόλεις (477 π.Χ.). Στις δεκαετίες που ακολούθησαν οι Φωκαείς πλήρωναν στους Αθηναίους φόρους ως το 412 π.Χ., οπότε η Φώκαια ενεπλάκη στην διαμάχη Αθηναίων και Σπαρτιατών, καθ’ όσον οι τελευταίοι με τον στόλο τους ανάγκασαν τις ιωνικές πόλεις και τα νησιά Χίο και Λέσβο να εγκαταλείψουν τους Αθηναίους και να περάσουν στην σπαρτιατική συμμαχία. Από τις πηγές φαίνεται ότι οι Φωκαείς κρατούσαν μια ισορροπία, δηλ. πλήρωναν τους φόρους στην Αθήνα, αλλά συνάμα αναγνώριζαν την ηγεμονία των Σπαρτιατών. Και τούτο φαίνεται στο ότι ο Θρασύβουλος αποπλέοντας από τον Ελλήσποντο σχεδίαζε να τειχίσει την Φώκαια, σε συνεννόηση με τον Αλκιβιάδη. Πάντως, το εγχείρημα αυτό δεν πραγματοποιήθηκε, δείχνει, όμως, την ανεκτική στάση των Φωκαέων έναντι των Αθηναίων. Το 406 π.Χ. κατέφυγαν στην Φώκαια φυγάδες του πελοποννησιακού στόλου, που νικήθηκε στην Ναυμαχία των Αργινουσών. Έτσι οι ιωνικές πόλεις κατέστησαν σχεδόν σύμμαχοι των Αθηναίων και μεταξύ αυτών και η Φώκαια, αλλ’ αυτή η αθηναϊκή κυριαρχία κράτησε για λίγο, όταν οι Αθηναίοι νικήθηκαν στους Αιγός ποταμούς από τον Σπαρτιάτη ναύαρχο Λύσανδρο. Έχασε τότε δια παντός η Αθήνα τις ιωνικές πόλεις, αλλ’ η τύχη ήταν και πάλι αντίθετη, καθότι μετά την προδοτική συμφωνία Σπαρτιατών και Περσών του Τισσαφέρνη, κατά την οποίαν οι πρώτοι παρέδωσαν στους δεύτερους τις επαρχίες της ασιατικής Ελλάδος. Η περσική κυριαρχία στην Φώκαια κράτησε 72 ολόκληρα έτη, ήτοι από το 406-354 π.Χ., οπότε ο Μ. Αλέξανδρος εκδιώκοντας τους Πέρσες εγκατέστησε Μακεδόνες.

Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΩΚΑΙΑΣ

Η Φώκαια ως το 1275 μ.χ. δεν παρέχει πολλές ειδήσεις για τα εν αυτή γενόμενα. Γνωρίζουμε, ωστόσο, τρεις επισκόπους, όπως ο Κόϊντος, ο Λέων και ο Παύλος. Στις αρχές του 12ου αι. η επισκοπή της Φωκαίας υπάχθηκε στην μητρόπολη Σμύρνης. Η ιστορία της Φώκαιας κατά την βυζαντινή περίοδο αρχίζει μετά τα μέσα του 13ου αι., όταν ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ Παλαιολόγος υπέγραψε την λεγομένη συνθήκη του Νυμφαίου με Γενουάτες εμπόρους την 10η Απριλίου 1261. Με την συνθήκη αυτήν οι Γενουάτες έμποροι έλαβαν την άδεια από τους βυζαντινούς να εκμεταλλευθούν τα κυριότερα προϊόντα της Χίου, όπου έκτισαν οικήματα, λουτρά, αγορά και εκκλησία. Η παρουσία των Γενουατών στην Χίο τους έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσουν και τα απέναντι δυτικά μικρασιατικά παράλια και τα εμπορικά πλεονεκτήματα που είχαν. Μεταξύ αυτών και η Φώκαια, την οποία τελικώς τους παραχώρησε ο Μιχαήλ Παλαιολόγος και συγκεκριμένα στον Εμμανουήλ της μεγάλης οικογένειας Zaccaria. Αυτό συνέβη το 1275 και επί μακρόν η οικογένεια αυτή εκμεταλλευόταν την στυπτηρία των γειτονικών ορεινών όγκων της Φώκαιας, την οποία, σημειωτέον, εκμεταλλεύονταν και προ αυτών οι Φωκαείς. Ο Κωνσταντίνος Δούκας γράφει λεπτομερώς για την εκμετάλλευση από τους Γενουάτες της στυπτηρίας. Περιληπτικά, μεταφέρω εδώ το σχετικό χωρίο του Κ. Δούκα, ΧΧ, έκδ. Βενετίας, 71. Γράφει: «Στην Φώκαια υπάρχει ένα βουνό από το οποίο εξάγεται η στυπτηρία, που είναι αρχικά μια πέτρα που αφού την κάψουν, έπειτα τη βάζουν σε νερό και γίνεται άμμος που στην συνέχεια την ρίχνουν σε λέβητα όπου προσθέτουν νερό και αφού την αφήνουν να κοχλάσει λίγο η άμμος αυτή διαλύεται. Κατόπιν την παχιά ουσία που μοιάζει με γάλα τυρώδες το κρατούν και το στερεό που μένει το πετούν ως άχρηστο. Αυτήν την παχιά ουσία που είναι κάτι σαν ζωμός την ρίχνουν σε σκάφες, όπου την κρατούν 4 ημέρες, ώσπου να ψυγεί στις άκρες των σκαφών ο ζωμός αυτός, ενώ στον πυθμένα των αγγείων επικάθηνται ψήγματα κρυσταλλοειδή. Ό,τι μένει μετά τις 4 ημέρες το ρίχνουν σε λέβητα, όπου προσθέτουν και άλλο νερό και άμμο και το βράζουν. Τέλος, αφού βράσει αυτός ο ζωμός, τον χύνουν σε σκάφες και έτσι γίνεται η στυπτηρία που την αποθηκεύουν. Και όλα τα πλοία σε Ανατολή και Δύση φέρουν ως εμπόρευμα στο αμπάρι τους την στυπτηρία, που είναι χρήσιμη στους βαφείς. Έτσι Φράγκοι, Γερμανοί, Άγγλοι, Ιταλοί, Ισπανοί, Άραβες, Αιγύπτιοι, …. από το βουνό αυτό προμηθεύονται την στυπτηρία που είναι απαραίτητη στην τέχνη των βαφέων».     

Η εκμετάλλευση του ορεινού όγκου μεταξύ Παλαιάς Φώκαιας και Νέας Φώκαιας για την εξόρυξη και παραγωγή έπειτα της στυπτηρίας, έγινε αφορμή να ιδρυθεί η Νέα Φώκαια. Το έτος 1250 παλαιοφωκιανοί ήλθαν στο άσημο πριν χωριό, όπου οι λιγοστοί κάτοικοί του ασχολούνταν με την γεωργία και την κτηνοτροφία μία δεύτερη, σχετικώς μεγάλη, ελληνική πόλη, την οποία ονόμασαν Νέα Φώκαια. Στις αρχές του 15ου αι. ο Βαγιαζίτ Α΄ υπέταξε και τις δύο Φώκιες και στην συνέχεια ο νικητής Ταμερλάνος, ο οποίος, δια του υιού του, Μιρζά φαίνεται ότι άφησε στην Παλαιά Φώκαια τον Δορίνο Γαττελούζι, που διοίκησε την πόλη και την Λέσβο ως το 1440. Ο Μωάμεθ ο Πορθητής κατέλαβε και την Παλαιά Φώκαια την 24η Δεκεμβρίου 1455, παρά τις προσπάθειες του ιστορικού Δούκα, ο οποίος στάλθηκε από τον ηγεμόνα της Λέσβου, στον οποίο υπαγόταν η Φώκαια.

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ 1455 – 1922

Σύμφωνα με τις πηγές φαίνεται ότι δεν συνέβη κάτι το σπουδαίο στην ιστορία των δύο πόλεων, τουλάχιστον ως την Επανάσταση του 1821. Τα δραματικά γεγονότα θα συμβούν στην πρώτη εικοσαετία του 20ου αι. με τους δύο διωγμούς του 1914 και τον οριστικό του 1922. Μία πληροφορία φέρει τους κατοίκους της Σμύρνης να θέλουν να μετοικίσουν στην Παλαιά Φώκαια κατά τον σεισμό του 1688, αλλά να αλλάζουν γνώμη «ένεκα της αθλιότητος της πόλεως».  Είναι, ως εκ τούτου, βέβαιον ότι οι δύο πόλεις περιέπεσαν σε παρακμή κατά την Οθωμανοκρατία, γι αυτό το λόγο προφανώς οι Ευρωπαίοι περιηγητές δεν έδειξαν ενδιαφέρον γι αυτές. Λίγες είναι οι πληροφορίες που μας παρέχει ένας Έλληνας, ας τον χαρακτηρίσουμε περιηγητή. Πρόκειται για τον Κερκυραίο ευγενή και λόγιο Μάρκο Αντώνιο Κατσαῒτη (1717-1787) που πραγματοποίησε δύο ταξίδια στην Σμύρνη, το 1740 και το 1742 και κατέγραψε τις εντυπώσεις του στην ιταλική γλώσσα εν είδει ημερολογίου, που σώζεται σήμερα στην βιβλιοθήκη του Νεοελληνικού Ινστιτούτου της Σορβόννης.

Έτσι κατά το Salname (επετηρίδα) του έτους 1902/1903 (έτος Εγείρας 1320) της επαρχίας Αϊδινίου η κατανομή κατά εθνότητες στην Φώκαια είχε ως εξής, πράγμα που δηλώνει την υπεροχή πλέον του ελληνικού στοιχείου που φυσικά διατηρήθηκε ως το 1922. Άγνωστο πότε, πάντως κατά την άποψή μας, πότε διαμορφώθηκε αυτή η υπεροχή του ελληνικού στοιχείου.

Κάτοικοι της Φώκαιας (1902/1903)

Εθνικότητα            Γυναίκες              Άνδρες             Σύνολο

Μουσουλμάνοι        1.065                    1.175              2.240

Έλληνες                     3.686                    3.898              7.584

Αρμένιοι                        13                         10                   23

Εβραίοι                          35                         27                   62

Λεβαντίνοι                   127                       332                 459

Άλλες εθνικότητες           5                           7                  12

Σύνολο                      4.931                     5.449            10.380

Οι Έλληνες, και λιγότερο οι Μουσουλμάνοι (Τούρκοι), ασχολούνται με το εμπόριο του αλατιού και της σταφίδας. Έτσι κάθε χρόνο η Φώκαια εξήγαγε 54.000.000 οκάδες αλατιού και 22.000 καντάρια σταφίδες ενώ η Νέα Φώκαια εξήγαγε 50.000 καντάρια σταφίδες.

Κατά την απογραφή του 1920 η Παλαιά Φώκαια είχε 7.500 κατοίκους, όσους και η Νέα Φώκαια, όλους Έλληνες.

Ένα χρόνο πριν την καταστροφή, δηλ. το 1921, είχε ιδρυθεί στην Παλαιά Φώκαια Σύνδεσμος Αλατοεργατών «Φωκαϊκή Ένωσις», Ιδρυθείς τη 1 Αυγούστου 1921, που στο τυπωμένο καταστατικό του διαβάζουμε ότι περιείχε 35 άρθρα. Πρόεδρός του ήταν ο Διονύσιος Τρούπος, Γραμματέας ο Δημήτριος Ψύλογλου και σύμβουλοι οι: Κωστής Πορτοκάλης, Γεώργιος Μουστάκας, Κυριάκος Πουλασίτης, Νικόλαος Χιώτης, Αναστάσιος Κοτσιάμπασης, Σταμάτιος Παξιβάνης, Γεώργιος Δαμασκηνός, Στέλιος Ρούσος, Ιωάννης Μάγος, Δημήτριος Κολάτσης, Πέτρος Μακατάκης, Κωστής Κούρος (Το σπάνιο αυτό έντυπο του Καταστατικού αναδημοσιεύεται στο βιβλίο του κ. Νικ. Αχιλ. Χόρμπου, Ι Ένθετο Τεύχος, Παλαιά Φώκαια Μικράς Ασίας, εκδ. γράμμα, Θεσσαλονίκη 1988).                                                                                        Το 1850 υφίστατο και συντεχνία λατόμων (δηλαδή πλακάδων) που ανήγειρε τον κοιμητηριακό ναό του Αγίου Πέτρο.

ΣΥΝΟΙΚΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΦΩΚΑΙΑΣ

Κατά το 1864 υπήρχαν στην πόλη εννέα συνοικίες, εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ήσαν τουρκικές εντός των τειχών.

Cami Kebir, Bad-i-Asiyab, Cebhane (τουρκικές μέσα στο κάστρο)

Μεγάλου Γιαλού (τουρκική)

Μικρού Γιαλού (ελληνική)

Αγίας Τριάδος ή Boya Mahale, των βαφέων (ελληνική)

Αγίου Νικολάου (ελληνική)

Kucuk Kapi, Μικρής Πόρτας (ελληνική)

Παρά την εγκατάλειψή της από τους αρχαίους κατοίκους της, η Φώκαια δεν έσβησε. Επέζησε στους αιώνες με ελληνικό πληθυσμό μέχρι τις διώξεις που υπέστη από τα Κεμαλικά στρατεύματα (πρώτα οι Τσέτες οι οποίοι δρούσαν ως προγεφύρωμα εκκαθάρισης και μετά ο Κεμαλικός στρατός) από το 1914 ίσαμε το 1922.

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΔΙΩΓΜΟΣ ΤΟΥ 1914

Το 1908 υπήρξε καθοριστικό για την τύχη των ελληνικών πληθυσμών υπό την οθωμανική κυριαρχία, όταν δηλαδή ξέσπασε στην Θεσσαλονίκη η επανάσταση των νεοτούρκων με το σύνθημα «Ισότης – Αδελφότης – Δικαιοσύνη». Και ήταν φυσικό να γίνει δεκτή αυτή η Επανάσταση του 1908 με ενθουσιασμό από τους Έλληνες. Η περίοδος 1909-1913 ήταν περίοδος αστάθειας για την Οθωμανική Αυτοκρατορία εξαιτίας των εσωτερικών διαμαχών μεταξύ Κομιτάτου, στο οποίο προσέκειντο οι Νεότουρκοι και οι Φιλελεύθεροι. Το Κομιτάτο (Επιτροπή της Ένωσης και της Προόδου, στα τουρκικά Ittihad ve Terakki Fivkosi) δραστηριοποιούνταν από τα τέλη της δεκαετίας του 1880, απέβλεπε στην ανατροπή του απολυταρχικού καθεστώτος του Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ Β’, που το Μάρτιο του 1909 αντικαταστάθηκε από τον αδελφό του Μεχμέτ Ε΄ Ρεσάτ. Κύριος στόχος του Κομιτάτου ήταν η δημιουργία μίας οθωμανικής πατρίδας με οθωμανικά ιδεώδη και κατά συνέπεια ήταν αντίθετο με την πολυεθνική δομή της αυτοκρατορίας και με το σύστημα των εθνοτήτων. Επομένως είχε ένα πρόγραμμα εκτουρκισμού και περιορισμού των προνομίων των Χριστιανών στην παιδεία, την κοινοτική οργάνωση, την θρησκευτική ελευθερία. Η αλήθεια είναι ότι η ελληνοθωμανική ηγεσία είχε συνταχθεί με το Κομιτάτο, αλλά οι πρώτες βουλευτικές εκλογές μετά την Επανάσταση του 1908, με τις παρεμβάσεις των ανθρώπων του Κομιτάτου σε βάρος των Ελλήνων που θα εκπροσωπούνταν στην οθωμανική βουλή, έφερε την ουσιαστική ρήξη. Και τα πράγματα σε βάρος των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατέστησαν δυσχερή με την ανάδειξη στην ηγεσία του Κομιτάτου της Τριανδρίας Εμβέρ, Ταλαάτ και Τζεμάλ, που ήλεγχαν την οθωμανική κρατική και στρατιωτική μηχανή. Ήδη ο μουσουλμανικός φανατισμός και ο τουρκικός εθνικισμός είχε οξυνθεί με τους βαλκανικούς πολέμους και την απώλεια εδαφικών περιοχών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έτσι το Κομιτάτο υιοθέτησε σειρά ανθελληνικών διωγμών με την αστήρικτη ασφαλώς δικαιολογία, ότι η Ελλάδα εξωθούσε τους Τουρκομουσουλμανικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας, της Ηπείρου και τους μουσουλμάνους της Κρήτης να μεταναστεύσουν στην Τουρκία. Για τους διωγμούς των Ελλήνων των δυτικών μικρασιατικών παραλίων οι Τούρκοι ισχυρίζονταν ότι η Ελλάδα είχε επεκτατικές βλέψεις στην Τουρκία ύστερα από τους νικηφόρους, γι αυτήν, βαλκανικούς πολέμους. Από την άλλη, οι Τούρκοι επεδίωκαν διατήρηση της κυριαρχίας τους στα ελληνικά νησιά του Β. Αιγαίου. Την αφορμή, πάντως, για την έναρξη των διωγμών των Ελλήνων στα δυτικά μικρασιατικά παράλια έδωσε η έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Ιούλης 1914), όταν η Τουρκία τάχθηκε με το μέρος της Γερμανίας. Τότε δημιουργήθηκαν και τα φρικτά αμελέ ταμπουρού, amele taburlari με τον παραπλανητικό τίτλο «τάγματα εργασίας». Οι ελληνικές κυβερνήσεις προέβησαν σε παραστάσεις διαμαρτυρίας χωρίς αποτέλεσμα φθάνοντας στο σημείο να συζητεί με την Τουρκία ανταλλαγή ελληνικού αγροτικού πληθυσμού του βιλαετίου της Σμύρνης με τους Μουσουλμάνους της Μακεδονίας και της Θράκης, φυσικά χωρίς αποτέλεσμα, και στην οποία ήταν αντίθετος ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος Καλαφάτης                                                             

Αλλά και σήμερα, η πόλη επιζεί με κάπως παραλλαγμένο το ελληνικό της όνομα  σαν Εσκί Φώτσα (Eski Foça= Παλαιά Φώκαια) περίπου στη θέση της αρχαίας πόλης και σαν Γενί Φώτσα (Yeni Foça=Νέα Φώκαια) λίγο βορειότερα.

 

Οι διωγμοί στη Παλαιά Φώκαια

Το μεγάλο φευγιό

Σε μακροσκελή αναφορά του από 1 Ιουνίου 1914 ο μητροπολίτης Χρυσόστομος Καλαφάτης προς τον Πατριάρχη έγραφε για τα όσα συνέβησαν το διήμερο 30 και 31 Μαΐου 1914. Από τις μαρτυρικές αυτές περιοχές αποσπούμε αρχικά την τραγωδία της Παλαιάς Φώκαιας και ύστερα της Νέας Φώκαιας. Και πρέπει να πούμε ότι όσα γράφει ο Χρυσόστομος συνεπικουρούνται από το φωτογραφικό υλικό του Felix Sartiaux, που όχι μόνον διέσωσε 1000 περίπου Φωκιανούς, που κατέφυγαν στο σπίτι του, όπου ύψωσε την σημαία της Γαλλικής Δημοκρατίας, αλλά τράβηξε και φωτογραφίες των μαρτυρίων των Παλαιοφωκιανών από τους Τούρκους.

Οι τουρκικές ορδές επέπεσαν πάνω στην Παλαιά Φώκαια, αφού προηγουμένως λεηλάτησαν το κοντινό χριστιανικό χωριό, του οποίου άλλοι μεν κάτοικοι κατέφυγαν στην Παλαιά Φώκαια και άλλοι στα Εγγλεζονήσια. Έτσι την 31 Μαΐου 1914 έφθασαν στην Φώκαια, όπου ενώθηκαν με τον Καϊμακάμη, την εντόπια χωροφυλακή και οι παρεπιδημούντες στην πόλη Βεγγάζιοι αχθοφόροι του αλατιού και όρμησαν λεηλατώντας και σφάζοντας. Τότε πολλοί Φωκιανοί για να γλυτώσουν όρμησαν στην παραλία, όπου βρίσκονταν ένα αγγλικό ατμόπλοιο και ένα τριίστιο φορτηγό και σώθηκαν.

 Από τα γεγονότα της Φώκαιας

Πάνω από οκτακόσια άτομα, γυναικόπαιδα και γέροντες, σώθηκαν καταφεύγοντες στα σπίτια των Γάλλων αρχαιολόγων Sartiaux και των συνεργατών του Ντάντρια και Καρλιέ, που είχαν υψώσει την γαλλική σημαία. Ο Χρυσόστομος γράφει ότι εκεί που σταματούσε το σίδερο και η φωτιά, άρχιζε η αγχόνη. Απαγχόνισαν τον αρτοποιό Παναγιώτη Στεμπέ και κατακρεούργησαν πολλά άτομα. Ολόκληρο τετράγωνο πυρπολήθηκε και κάηκε, καταστήματα με εμπορεύματα αξίας από 2-7 χιλιάδων λιρών λεηλατήθηκαν και άλλα μεταβλήθηκαν σε στάχτες. Οι νεκροί έλληνες ανήλθαν σε 100. Ο Ραχμή θέλησε να παρουσιάσει τους διωγμούς ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της μετακίνησης των προσφυγικών πληθυσμών στα Βαλκάνια.

 

 

Οι διωγμοί στη Νέα Φώκαια

Ο μαύρος Ιούνης της Παλιάς Φώκαιας. Η σφαγή τον Ιούνη  του 1914

Λιγότερες είναι οι ειδήσεις σε σχέση με αυτές της Π. Φώκαιας που έχουμε για τα γεγονότα στην Νέα Φώκαια. Ωστόσο ήταν το ίδιο τραγικά και όμοια με αυτά της Παλαιάς Φώκαιας. Άλλωστε σ’ αυτή ήταν ο Sartiaux που όχι μόνον έσωσε Φωκιανούς, αλλά άφησε και πολλές ειδήσεις για τον πρώτο διωγμό. Για τους διωγμούς των Ελλήνων των δυτικών μικρασιατικών παραλίων και επί του προκειμένου της Φώκαιας έγραψε και ο Γάλλος φιλέλληνας Felix Sartiaux, που ήταν αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το 1919, εξέδωσε ένα ενδιαφέρον βιβλίο που φέρει τον τίτλο: ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ – ΜΑΥΡΗ ΒΙΒΛΟΣ ΔΙΩΓΜΩΝ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΩΝ ΤΟΥ ΕΝ ΤΟΥΡΚΙΑ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ (1914-1918), ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ ΕΚ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ, 1919. Στην έκδοση, στο κεφ. ΚΕ΄ Επαρχία Σμύρνης, περιγράφονται σε περίληψη οι διωγμοί των Ελλήνων από τους Τούρκους στα χωριά: Γκερένκιοϊ, Σουγιουτζούκ, Μπαγαράσι, Παλαιά Φώκαια.

 

Οι περίοδοι των αρχαιολογικών ανασκαφών

 Άγιος Ιωάννης Φώκαιας. Στον μπροστινό τοίχο στο παρεκκλήσι στον πρώην Ελληνο-Οθωμανικό οικισμό (χωριό Σάζλιτζα-Σκούρο), κοντά στην (παλαιά) Φώκαια (κατά μήκος της οδού από Παλιά προς Νέα Φώκαια, κοντά στο μικρό θέρετρο του Τσανάκ)

Κατά την κ. Suzan Ӧzyigit οι αρχαιολογικές ανασκαφές στη Φώκαια χωρίζονται σε τρείς περιόδους:

α. Οι πρώτες έγιναν από τον Γάλλο μηχανικό Felix Sartiaux την περίοδο 1913-1920 (με διακοπές).

β. Οι δεύτερες έγιναν από τον καθηγητή Ekrem Akurgal την περίοδο 1952-1955 και κατά διαστήματα ως το 1974.

γ. Οι τρίτες έγιναν από τον καθηγητή Ӧmer Ӧzyigit της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Αιγαίου (Ege Üniversitesi) της Σμύρνης.

α. Οι πρώτες ανασκαφές από τον Sartiaux έφεραν σε φως αχρονολόγητα πέτρινα μνημεία, μνημεία και ευρήματα της ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου και μεσαιωνικά μνημεία. Ο Sartiaux άρχισε να εργάζεται το 1913 και σταμάτησε το 1914 λόγω του πολέμου και της καταστροφής της Φώκαιας στον πρώτο διωγμό. Τότε βρήκε το λουτρό του Διαβόλου, αρχαίο τάφο, λαξευμένες κοιλότητες για προσφορές στο Değirmen Tepe, επιγραφές από ασβεστόλιθο, σαρκοφάγους, το άγαλμα του λιονταριού που βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Σμύρνης, μεσαιωνικά μνημεία γενουατικά, γενουατικό υδραγωγείο με 180 αψίδες που σώζονται μέχρι και σήμερα. Στο ακρωτήριο Παναγία βρήκε τάφους με πέτρινα κρεβάτια. Στον Ισθμό της Χερσονήσου ο Sartiaux βρήκε μεσαιωνικό τείχος, κιονόκρανα, κίονες, κομμάτι αετώματος που ανήκαν ίσως σε ρωμαϊκή αγορά. Στους μύλους Μπακαθανάση αναζήτησε το αρχαίο θέατρο αλλά δεν το βρήκε, βρήκε όμως πήλινα εδώλια και θραύσματα κεραμικών σκευών. Στο Maltepe βρήκε πέτρινη σαρκοφάγο και εξέφρασε την άποψη ότι εδώ ήταν αρχαία νεκρόπολη. Δίπλα στο Οθωμανικό Νεκροταφείο ο Sartiaux βρήκε ένα πέτρινο πεζοδρόμιο και πολλά θραύσματα ρωμαϊκών κεραμικών. Νοτιοδυτικά του Οθωμανικού Νεκροταφείου βρέθηκαν δύο σαρκοφάγοι και θραύσματα. Μετά το τέλος του Α΄ Μεγάλου Πολέμου ο Sartiaux επανέλαβε τις ανασκαφές του έχοντας την συνεργασία του καθηγητή της Γεωολογίας Dalloni. Αυτήν την φορά οι ανασκαφές έγιναν στην Χερσόνησο που χωρίζει την Φώκαια στον Μεγάλο Γιαλό (Büyük Deniz) και τον Μικρό Γιαλό (Küçük Deniz). Εδώ βρήκε τάφους της πρώιμης βυζαντινής περιόδου, ψηφιδωτό, την τρίτη σαρκοφάγο στο σημείο που είχε βρει τις προηγούμενες δύο, θραύσματα κεραμικών από την μυκηναϊκή ως την ρωμαϊκή περίοδο. Ο Sartiaux εργάσθηκε σε χώρους εντός και εκτός της Φώκαιας, σε ένα μεγάλο μέρος της περιοχής που σήμερα έχει κατοικηθεί και όπου τότε (1913, 1914, 1920) βρίσκονταν ελιές, αμπέλια, λιβάδια, κήποι. Τότε είχε φιλοτεχνήσει και χάρτη της πόλης με κλίμακα 1/5.000, που δείχνει τις τοποθεσίες των ανασκαφών. Στο βιβλίο του Sartiaux , Φώκαια 1913-1920, Η μαρτυρία του Φελίξ Σαρτιώ, (έκδ. Ριζαρείου Ιδρύματος, Αθήνα 2008), δημοσιεύονται φωτογραφίες των ευρημάτων που τράβηξε ο ίδιος, καθώς και μικρά κείμενά του γι αυτά. Για παράδειγμα, στο κέντρο της πόλης βρήκε 18 αρχαίους μαρμάρινους μονόλιθους (σ. 44), το υδραγωγείο που έφερνε νερό στην πόλη από την εποχή των Γενουατών μήκους 500 μέτρων (σ. 52), δεξαμενή στην αυλή του Σωκράτη Πόλλου, σαρκοφάγο στην αυλή του Αθανασίου Αλαμόλα (σ. 56, 57), κεραμικά, αγγεία, λυχνάρια, αγαλματίδια (Σ. 59), βυζαντινό ανάγλυφο στην Παναγία Μπουρνού (σ. 62), βυζαντινά κιονόκρανα (σ. 63), ψηφιδωτό δάπεδο (σ. 65), ελληνιστικές κεφαλές αγαλματιδίων (σ. 69), το μεγάλο λουτρό (σ.75), πετεινό της νίκης (σ. 77), άγαλμα της θεάς Κυβέλης (σ. 78), το ρωμαϊκό υδραγωγείο (σ. 136), τα ερείπια του γενουατικού κάστρου (σ. 157), κ.α. Άλλα ευρήματα δημοσιεύονται στον τόμο Regards Phocéeas de Félix Sartiaux, éd. Kallimages, επιμ. Haris Yakoumis et Nicolaos Chorbos, Θεσσαλονίκη 1912

Σπόνδυλοι κιόνων από τον αρχαϊκό ναό της Αθηνάς στην Φώκαια

β. Τον Οκτώβριο του 1952 οι Τούρκοι αρχαιολόγοι ο καθηγητής Akurgal και ο διευθυντής του Μουσείου της Σμύρνης Hakki Gültekin άρχισαν τις δεύτερες ανασκαφές στην Χερσόνησο εκεί που ήταν ο ναός της Αγίας Φωτεινής. Τα ευρήματα ανήκαν στην γεωμετρική και αρχαϊκή περίοδο, κεραμικά του 6ου αι. π.Χ. και κοντά στο σημερινό Σχολείο, τον Ναό της Αθηνάς του πρώτου μισού του 6 ου αι. π.Χ. . Στην μέση του Ισθμού που όπως είπαμε χωρίζει την Φώκαια σε Μικρό και Μεγάλο Γιαλό βρήκαν τους τοίχους σπιτιού του 6ου αι. π.Χ., όπου βρέθηκαν πολλά μελανόμορφα αγγεία από την ανατολική και την Αττική του 6ου π.Χ. αιώνα. Την περίοδο 1954-1957 οι δύο Τούρκοι αρχαιολόγοι συνέχισαν τις ανασκαφές και κοντά στο Ναό της Αθηνάς βρήκαν ειδώλια της αρχαϊκής, κλασσικής και ελληνιστικής περιόδου, κατασκευές κτηρίων της ελληνιστικής περιόδου, κεραμικά, αιολικά αγγεία. Στην μέση του ισθμού βρέθηκαν αιολικά αγγεία και άλλα ευρήματα που δηλώνουν ότι η Φώκαια κατοικήθηκε από την αρχαϊκή περίοδο.

Σπόνδυλοι από κίονες ιερού στην Φώκαια.

Κατά τους Τούρκους αρχαιολόγους ο Ναός της Αθηνάς ήταν το σπουδαιότερο μνημείο της Φώκαιας και ήταν κτισμένος στις αρχές του 6ου. αι. Η Αθηνά ήταν η σπουδαιότερη θεότητα της πόλης. Ο Στράβων γράφει ότι το άγαλμα που υπήρχε στον Ναό ήταν ξύλινο και έδειχνε τη Θεά καθισμένη. Ο ναός φαίνεται ότι είχε κτιστεί από την λεγόμενη πέτρα της Φώκαιας. Κατά τον Ηρόδοτο ο πρώτος ναός καταστράφηκε λίγο αργότερα από τον στρατηγό των Περσών Άρπαγο (546 π.Χ.) και κατά τον Ξενοφώντα επιδιορθώθηκε στο β΄ μισό του 6ου αι. π.Χ, και καταστράφηκε από φωτιά στα τέλη του 5ου. αι. π.Χ. Τα ευρήματα δηλώνουν ότι ο πρώτος ναός ήταν πέτρινος, είχε επιδιορθωθεί και πιθανώς ξανακτίστηκε από μάρμαρο. Κατά τις ανασκαφές του 1989 έγινε συντήρηση όλων των αρχαίων ευρημάτων και κάποιων ιστορικών κτηρίων του 18ου και 19ου αι. – εννοείται ότι πρόκειται για κατοικίες Ελλήνων που τις άφησαν το 1922. Το μαρτυρούν τα αρχικά των ονομάτων και οι εγχάρακτοι ή επιφανειακοί σταυροί, άλλοι των οποίων παρέμειναν άθικτοι και άλλοι έχουν επιχρισθεί. Το ίδιο και στην Νέα Φώκαια.

Από τις ανασκαφές μπορεί να εξαχθούν τα εξής καίρια συμπεράσματα: Η αρχαία Φώκαια ήταν περιτριγυρισμένη από τείχη μήκους άνω των 5 χιλιομέτρων. Τα τείχη που αναφέρει ο Ηρόδοτος κατασκευάστηκαν μεταξύ 590-580 π.Χ.

Η αρχαϊκή πόλη ήταν εκτεταμένη και δεν περιοριζόταν στην χερσόνησο. Κατά το πρώτο μισό του 6ου π.Χ. αι. ήταν μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Ιωνίας.

Ο λόφος με τα ρωμαϊκά κεραμικά

Αυτός βρίσκεται βόρεια από τη σημερινή πόλη, δυτικά από τον λόφο του Öifte Kayolar (Τσιφτέ Καγιολάρ) και δίπλα στον νέο ασφαλτοστρωμένο δρόμο που κι εδώ βρέθηκαν χιλιάδες θραύσματα κεραμικών, άχρηστα κεραμικά που χάλασαν κατά το ψήσιμο και που αποτελούν τεκμήρια ότι εδώ υπήρχε εργαστήρι κεραμικής και ένα είδος αγοράς. Στην περιοχή υπήρχε νεκροταφείο της ελληνιστικής περιόδου ως τα μέσα του 1ου αι. μ.χ. Η περιοχή αυτή ονομάσθηκε «λόφος του κεραμικού» γιατί σ’ αυτήν ρίχνονταν τα άχρηστα κεραμικά που με τον καιρό σχημάτισαν λόφο.

 

Το τείχος του Ηρόδοτου

Τμήμα των τειχών της Φώκαιας.

Οι αρχαιολόγοι το ονόμασαν τείχος του Ηρόδοτου, γιατί αναφέρεται συχνά από αυτόν, και πρέπει να κτίστηκε ένα αιώνα πριν από αυτόν. Ανακαλύφθηκε το 1991 π.Χ. και έχει μήκος όπως ειπώθηκε παραπάνω, 5 χιλιόμετρα και αυτό δείχνει ότι η Φώκαια ήταν από τις μεγαλύτερες πόλεις τον 6ο αι. π.Χ. Το τείχος είχε ύψος 15 μ. και ήταν κτισμένο με χοντρές και λεπτότερες πέτρες. Στην νότια πλευρά του τείχους βρισκόταν η «Πύλη της Πόλης» με δύο πύργους, που κάηκε το 546 π. Χ. Στο πάτωμα της πόλης ευρήματα (βλήμα καταπέλτη, αιχμές βελών, λεσβιακός αμφορέας) δείχνουν ότι η πόλη καταστράφηκε όταν η Φώκαια δέχθηκε την περσική επίθεση το 546 π.Χ.

 

Ο ναός στο λιμάνι

Είναι κτισμένος σε βράχο στο βόρειο άκρο της χερσονήσου και βρέθηκε στις ανασκαφές του 1993. Βρίσκεται έξω από το τείχος που στο σημείο αυτό φέρει κατασκευές και προσθήκες της ρωμαϊκής περιόδου, των Γενουατών (τέλη 13ου αι.) και των Οθωμανών (1538/9). Στο πίσω μέρος του ναού υπάρχουν πέντε κόγχες σκαμμένες στον βράχο. Από την μεριά της θάλασσας στον ναό έφτανε κανείς από μια σκάλα στην ανατολική γωνία. Ο ναός πιθανότατα ήταν αφιερωμένος στην Κυβέλη, που ήταν δημοφιλής θεά στην Φώκαια αφού στις πέντε κόγχες του ναού υπάρχουν απεικονίσεις καθώς και ο ναός της στο θέατρο. Οι Φωκαείς μετέφεραν τη λατρεία και στις αποικίες τους, Μασσαλία και Βέλια. Κτίστηκε πριν από τα μέσα του 6ου αι. π. Χ., γύρω στα 580 π.Χ,

Το Μέγαρο

Ανασκαφές μέσα στη Φώκαια

Βρίσκεται βόρεια από τον λόγο των ρωμαϊκών κεραμικών που είδαμε προηγουμένως και χρονολογείται τον 6ο π.Χ, αι., και κατοικήθηκε επί 100 χρόνια. Είχε μήκος 12,5 μ. και πλάτος 6,45 μ. Όταν εγκαταλείφθηκε τον 5ο αι. π.Χ. η περιοχή χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο, ενώ τον 4ο και 3ο αι. π. Χ. εδώ πετούσαν τα άχρηστα κεραμικά.

Ο Πέτρινος Πύργος Γι αυτόν έγινε λόγος παραπάνω. Στα τουρκικά είναι γνωστός σαν Taş kulesi.

 

Το Λουτρό του Διαβόλου (Seytan Hamamı)

Οι ανασκαφές το ζαμάνι των Ρωμιών

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μυλωνάς Εμ., Από τις παλαιές Φώκαιες της Μικράς Ασίας στα Χανιά της Κρήτης, Χανιά 1985

Παπαδόπουλος-Κεραμεύς Αθ., Φωκαϊκά   Του ιδίου, Η λίθινη εποχή εν τη Μικρά Ασία, Σμύρνη 1875 (ειδική μελέτη-φυλλάδιο)

Του ιδίου, Ιστορική και Τοπογραφική μελέτη μετά επτά εικόνων και ενός τοπογραφικού χάρτου, Σμύρνη, τυπόγρ. Β’ Τατικιάν, 1879

Φάλμπος Φιλ. Κ., Φωκιανά, Μικρασιατική Ηχώ 133, Δεκέμβριος 1971

Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αρχείο προφορικής παράδοσης, Φάκελος 151, Παλαιά και Νέα Φώκαια

Φώκαια, 1913-1920, η μαρτυρία του Φελίξ Σαρτιώ, εκδ.Ριζαρίου Ιδρύματος, Αθήνα 2008

*Ο Ευθύμης Λεκάκης είναι νομικός, ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας

Επικαιρότητα

spot_img

Newsroom