Σάββατο, 1 Οκτωβρίου, 2022
spot_img
ΑρχικήStories100 χρόνια από τον Μεγάλο Ξεριζωμό

100 χρόνια από τον Μεγάλο Ξεριζωμό

Του Γεωργίου Μάνου*

 

Αγαπητή φίλη, Αγαπητέ φίλε,

Θυμήσου!

~

Τώρα, που στην ξενοιασιά των διακοπών σου θα απολαμβάνεις το δροσερό αγέρι και τον ζωογόνο ήλιο του Αιγαίου, στρέψε για λίγο το βλέμμα σου στην ανατολή, στις απέναντι ακτές της Ιωνίας, και θυμήσου!

Θυμήσου πως ήταν καλοκαίρι και τότε, τέλη Αυγούστου του ’22, όταν ο Ελληνισμός έζησε τη μεγαλύτερη εθνική καταστροφή στη μακραίωνη ιστορία του. Που εξαιτίας της οι πρόγονοί μας, ύστερα από τρισχιλιετή παρουσία σε εκείνα τα χώματα, βρέθηκαν ξαφνικά στο δρόμο της προσφυγιάς. Που άνθρωποι απελπισμένοι, με οικογένειες διαλυμένες, με συγγενείς σκοτωμένους, σφαγμένους ή ομήρους και με παιδιά χαμένα, έτρεχαν αλλόφρονες με έναν μπόγο στην πλάτη, στα κοντινά λιμάνια της Μικράς Ασίας και της Προποντίδας, με κύρια των Μουδανιών, της Πανόρμου και της Σμύρνης, να βρουν βαπόρι για την Ελλάδα.

 

Θυμήσου πως εγκαταλείφθηκαν συνειδητά στο μαχαίρι του Κεμάλ, από μια ελληνική κυβέρνηση που δεν έκανε το παραμικρό για να τους σώσει. Που αντίθετα, έκανε ό,τι μπορούσε για να τους εμποδίσει να φτάσουν στην Ελλάδα, κι ας ήταν η ίδια υπεύθυνη για τον ξεριζωμό τους. Που στις 20 Ιουλίου 1922 (π.η.), πριν από την κατάρρευση του μετώπου, δημοσίευσε στην εφημερίδα της κυβερνήσεως νόμο, με τον οποίο απαγόρευε στους Μικρασιάτες να αποβιβαστούν σε ελληνικό έδαφος χωρίς διαβατήρια, ενώ προέβλεπε βαριές ποινές για τους πλοιοκτήτες που θα τους μετέφεραν.

Θυμήσου πως μετά την κατάρρευση του μετώπου στις 13 Αυγούστου 1922 (π.η.), η ίδια κυβέρνηση, την ώρα που διέταζε τον ελληνικό στρατό να εγκαταλείψει τη Μικρά Ασία, διέταζε και τον αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη να απαγορεύσει την έξοδο του ελληνικού πληθυσμού «για να μη δημιουργηθεί προσφυγικό πρόβλημα στην Ελλάδα». Μάλιστα στις 27 Αυγούστου 1922, την ημέρα που οι Τούρκοι στρατιώτες έμπαιναν στη Σμύρνη και άρχιζαν τις σφαγιές, εξέδωσε διαταγή για βύθιση των πλοίων που θα μετέφεραν πρόσφυγες.

 

Θυμήσου πως ακολούθησε ο ξεριζωμός των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης, του Πόντου και της Καππαδοκίας. Από τους 2.500.000 Έλληνες που ζούσαν στη Μικρά Ασία, τη Θράκη, την Κωνσταντινούπολη και τον Πόντο, μόνο 1.250.000 έφτασαν στην Ελλάδα. Κάποιοι βρήκαν καταφύγιο στην Κύπρο, τη Μέση Ανατολή, την Αίγυπτο, την Αμερική και αλλού. Πόσοι χάθηκαν, κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει με ακρίβεια. Για να μετρηθούν, έπρεπε να γίνει έρευνα και να ληφθούν μαρτυρίες από τους επιζώντες, αλλά η προσφυγική μνήμη ήταν απαγορευμένη μέχρι το 1974.

 

Θυμήσου πως αυτά τα ανθρώπινα ράκη, έζησαν στην Ελλάδα τον εξευτελισμό της καραντίνας και το κούρεμα με την ψιλή, για άνδρες και γυναίκες. Συχνά σε ένα περιβάλλον αφιλόξενο μέχρι και εχθρικό, που τους χαρακτήριζε τουρκόσπορους και τούρκους. Πως παρέμειναν για χρόνια σε σκηνές και παράγκες, παλεύοντας με την ελονοσία, τη φυματίωση και το χάρο, και μόνο τον πρώτο χρόνο υπολογίζεται ότι έχασαν τη ζωή τους πάνω από 250.000.

Θυμήσου πως άνθρωποι νοικοκυραίοι βρέθηκαν ξαφνικά γυμνοί, ανέστιοι και νηστικοί να παλεύουν κυριολεκτικά για ένα κομμάτι ψωμί. Πως παρά τις στερήσεις, δεν άπλωσαν ποτέ το χέρι να ζητήσουν ελεημοσύνη, αλλά με την εργατικότητά τους και προπαντός με την αξιοπρέπειά τους, κατάφεραν μέσα σε λίγα χρόνια, να σταθούν ξανά στα πόδια τους και να ξαναγίνουν πρώτοι νοικοκυραίοι. Πως ξεκίνησαν τον αγώνα της επιβίωσής τους από το μηδέν. Μόνη τους μαγιά, ό,τι πρόλαβαν να αρπάξουν από το βιος τους και να το στριμώξουν στον μικρό τους μπόγο, την ώρα της μεγάλης παραζάλης. Την ώρα που «ο νους σταμάτησε να νουνίζει και μπροστά μας απλώθηκε ένας μαύρος μπερντές».

 

Μα τι μπορείς να χωρέσεις μέσα σε ένα μπόγο;

 

«Μέσα σ’ ούλο αυτό το πατιρντί, έπρεπε να διαλέξουμε, απ’ το βιος μας, μονάχα όσα μπόρεγαν να κουβανηθούν. Μα πώς να ξεχωρίσεις το βιος σου, όντας ούλα είναι ένα κομμάτι απ’ την ψυχή σου; Πού να έβρεις το κουράγιο; Ούλα τ’ αγαπάς σαν τα παιδιά σου. Μπορείς να διαλέξεις απ’ τα παιδιά σου; Όπου γύριζα, έβλεπα πράματα που δεν ήθελα να τ’ αποχωριστώ. Ακόμα και τα άψυχα, εκείνην την ώρα, ήτανε ψυχωμένα. Είχανε μιλιά και μ’ έκρεναν. Γύρευαν να τα πάρω μαζί μου. Μα τι μπορείς να χωρέσεις μέσα σ’ ένα μπόγο; Το σπίτι σου, το βιος σου, τον τόπο σου, τα μνήματα των εδικών σου; Και τα σκέδια που έκαμες για τη ζωή; Ούλα αυτά ο μπόγος δεν τα χωρεί. Γι’ αυτό, τα σφαλείς βαθιά μέσα στην ψυχή σου και φεύγεις!

 

“Μα η ψυχή νιώθει στενάχωρα, με τόσο βαρύ φορτιό, και για αναπαμό της στα φέρνει στον ύπνο, στον ξύπνο, στην κουβέντα, στα ονείρατα. Τα έχεις ομπρός σου, ίσαμε να σφαλίσεις τα μάτια. Εξόν και καταφέρεις να βάλεις ένα μπόλι “απ’ την Πατρίδα” στην ψυχή των παιδιών σου και των εγγονιών σου. Τότες μονάχα η ψυχή ξαλαφρώνει κι αναπαύεται. Τότες είναι σίγουρη, πως ούλα, όσα δε χώραγαν στο μπόγο κι απόμειναν “στην Πατρίδα”, δε χάθηκαν ολότελα και παντοτινά. Δε θα τα σκεπάσει της λησμονιάς το σάβανο. Θα ζούνε μέσα στις κατοπινές ψυχές και θα δείχνουνε το δρόμο της Ανατολής. Το δρόμο της φύτρας. Μιας φύτρας που για να κρατηθεί ζωντανή, αποζητάει το σύψυχο πότισμα με το νερό της θύμησης και της αποθυμιάς”.

 

Θυμήσου πως μπορεί να μην κατάφεραν να φέρουν μέσα στο μπόγο τους το βιος τους, έφεραν όμως όλον τον πλούτο της Ανατολής και μπόλιασαν τον ελλαδικό πολιτισμό με τη μουσική τους, τους χορούς τους, τη λογοτεχνία τους, την κουζίνα τους, την ενδυμασία τους, τα έθιμα και τις παραδόσεις τους, και προπαντός τις αξίες τους.

 

Ταυτόχρονα, όμως, μπόλιασαν και την ψυχή των παιδιών τους και των εγγονιών τους με αυτό που τους έκαιγε. Με την αγάπη και τη νοσταλγία «για την Πατρίδα», την Πατρίδα τους, που είναι και δική μας Πατρίδα! Μια Πατρίδα που δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να ξεχάσουμε! Και δεν θα ξεχάσουμε!

 

*Το απόσπασμα, από το βιβλίο του Γεωργίου Μάνου “ΧΡΟΝΟΙ ΔΙΣΕΚΤΟΙ ΚΑΙ ΜΗΝΕΣ ΟΡΓΙΣΜΕΝΟΙ – Πρόσφυγες της χαμένης Ανατολής”

Τρίτη έκδοση

Εκδόσεις Λόγος και Εικόνα

Οι φωτογραφίες από το διαδίκτυο.

Επικαιρότητα

spot_img

Newsroom